Ἔργον
Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης – Σχόλια εἰς τὰ τοπικὰ σύνοδα
Σχόλια στην Τοπική Σύνοδο της Αγκύρας
Προλεγόμενα και ερμηνεία των κανόνων της Τοπικής Συνόδου της Αγκύρας, με επίκεντρο τη μετάνοια των πεπτωκότων, τα επιτίμια και ζητήματα ηθικής τάξεως.
Πλατφόρμα ἀναγνώσεως, ἀναζητήσεως καὶ νοηματικῆς πλοηγήσεως πατερικῶν καὶ βιβλικῶν κειμένων
Επιλέξτε συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής και μελετήστε το πρωτότυπο κείμενο με εργαλεία μετάφρασης, σημειώσεων και σελιδοδεικτών.
Χρήση του Αναγνωστηρίου
Γρήγορη εύρεση Αναζητήστε απευθείας συγγραφέα, έργο ή βιβλίο της Αγίας Γραφής.
Αναλυτική επιλογή Επιλέξτε πηγή και κατόπιν συγγραφέα, έργο, κεφάλαιο ή βιβλικό χωρίο.
Εργαλεία μελέτης Κατά την ανάγνωση μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μετάφραση, σελιδοδείκτες, σημειώσεις και τις προσωπικές ρυθμίσεις εμφάνισης.
Ἔργον
Σχόλια στην Τοπική Σύνοδο της Αγκύρας
Προλεγόμενα και ερμηνεία των κανόνων της Τοπικής Συνόδου της Αγκύρας, με επίκεντρο τη μετάνοια των πεπτωκότων, τα επιτίμια και ζητήματα ηθικής τάξεως.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΑΓΚΥΡΑΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Ἡ ἁγία καὶ τοπικὴ Σύνοδος ἡ ἐν Ἀγκύρᾳ, τῇ Ἀρχιεπισκοπῇ τῆς Γαλατίας συγκροτηθεῖσα, γέγονε κατὰ τοὺς συγγραψαμένους περὶ αὐτῆς, ἐν ἔτει ἀπὸ Χριστοῦ 315. ὁ δὲ Μίλιας ἐν τῷ
βʹ. τόμῳ τῶν Συνοδικῶν λέγει, ὅτι συνήχθη αὕτη ἐν ἔτει 314. Οἱ δὲ ἐν αὐτῇ συνελθόντες Πατέρες ἦσαν ιηʹ. ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔξαρχοι ἦσαν, Οὐϊτέλιος ὁ Ἀντιοχείας τῆς Συρίας Πατριάρχης· Ἀγρικόλαος ὁ Μητροπολίτης Καισαρείας Καππαδοκίας· Μάρκελλος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς αὐτῆς Ἀγκύρας, καὶ ὁ Ἱερομάρτυς ἅγιος Βασιλεύς, ὁ Ἀμασείας Ἐπίσκοπος, οἵτινες τοὺς παρόντας κεʹ.
Κανόνας ἐξέδωκαν, περὶ τῶν ἐπὶ Μαξίμου τοῦ τυράννου ἀρνησαμένων τὸν Χριστόν, καὶ θυσάντων εἰς τὰ εἴδωλα, μετὰ ταῦτα δὲ προσερχομένων τῇ Ἐκκλησίᾳ. Οἱ Κανόνες δὲ οὗτοι, ὡρισμένως μὲν ἐπικυροῦνται ἀπὸ τὸν βʹ. τῆς Οἰκουμενικῆς ϛʹ. ἀορίστως δὲ ἀπὸ τὸν αʹ. τῆς δʹ. καὶ τὸν
αʹ. τῆς ζʹ. καὶ διὰ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης, Οἰκουμενικὴν τρόπον τινὰ ἀναλαμβάνουσι δύναμιν. Περὶ ταύτης τῆς Συνόδου προεῖπεν ὁ Θεῖος Γρηγόριος ὁ Νεοκαισαρείας πρὸ ἐτῶν ἤδη ὢν αὐτῆς 53. ἐν τῷ ηʹ. αὐτοῦ Κανόνι.
Οἱ κεʹ. Κανόνες τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ τοπικῆς ἁγίας Συνόδου Ἑρμηνευόμενοι. ΚΑΝΩΝ Αʹ. Πρεσβυτέρους τοὺς ἐπιθύσαντας, εἶτα ἀναπαλαίσαντας, μήτε ἐκ μεθόδου τινός, ἀλλ’ ἐξ ἀληθείας, μήτε προκατασκευάσαντας, καὶ ἐπιτηδεύσαντας, καὶ πείσαντας, ἵνα δόξωσι μὲν βασάνοις ὑποβάλλεσθαι, ταύτας δὲ τῷ δοκεῖν καὶ τῷ σχήματι προσαχθῆναι. Τούτους ἔδοξε τῆς μὲν τιμῆς τῆς κατὰ τὴν καθέδραν μετέχειν, προσφέρειν δὲ αὐτούς, ἢ ὁμιλεῖν, ἢ ὅλως λειτουργεῖν τι τῶν ἱερατικῶν λειτουργιῶν μὴ ἐξεῖναι.
Ἑρμηνεία. Ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Χριστιανοὺς ὁποῦ ἠρνοῦντο καὶ ἐθυσίαζον εἰς τὰ εἴδωλα ἐν τῷ καιρῷ τῶν διωγμῶν, ἄλλοι μὲν βασανιζόμενοι, καὶ μὴ ὑποφέροντες τὴν δριμύτητα τῶν βασάνων, ἠρνοῦντο τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἄλλοι δέ, καὶ πρὸ τοῦ ἀκόμη νὰ δοκιμάσουν τὰ βάσανα, ἐπρόδιδαν τὴν εὐσέβειαν διὰ νὰ μὴ φαίνωνται ὅμως ὅτι θεληματικῶς ἠρνοῦντο, ἐκατάπειθον τοὺς βασανιστάς, ἢ μὲ ἄσπρα ἢ μὲ παρακαλέσαις νὰ βάλλουσι τάχα καὶ αὐτοὺς εἰς τὰ βάσανα, ὄχι ἀληθῶς, ἀλλὰ κατὰ τὸ φαινόμενον. Τούτων οὕτως ἐγνωσμένων, διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι οἱ Πρεσβύτεροι ἐκεῖνοι ὁποῦ βασανιζόμενοι τῇ ἀληθείᾳ καὶ πραγματικῶς, χωρὶς κᾀμμίαν μέθοδον καὶ ὑπόκρισιν, μὴ ὑποφέροντες δὲ τὰ βάσανα, ἐθυσίασαν μὲν πρότερον εἰς τὰ εἴδωλα, ὕστερον δὲ πάλιν μεταμεληθέντες ὡμολόγησαν τὴν πίστιν καὶ ἐνίκησαν, οὗτοι νὰ ἔχωσι μὲν τὴν ἐξωτερικὴν τιμὴν καὶ τὴν καθέδραν τῶν Πρεσβυτέρων, (τὸ νὰ τιμῶνται δηλ. ὡς Ἱερεῖς, καὶ τὸ νὰ συγκάθηνται μὲ τοὺς Ἱερεῖς, περὶ οὗ ὅρα τὸν αʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ καὶ τὴν ὑποσημ. τοῦ κϛʹ. τῆς ϛʹ.), νὰ μὴ ἔχωσι δὲ ἄδειαν οὔτε νὰ ἱερουργοῦν, οὔτε νὰ διδάσκουν, οὔτε ἄλλο τι νὰ ἐνεργοῦν ἱερατικόν. Ὅρα καὶ τὸν ξβʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν αʹ. τῆς αʹ.
ΚΑΝΩΝ Βʹ. Διακόνους ὁμοίως θύσαντας, μετὰ δὲ ταῦτα ἀναπαλαίσαντας, τὴν μὲν ἄλλην τιμὴν ἔχειν, πεπαῦσθαι δὲ αὐτοὺς πάσης τῆς ἱερᾶς λειτουργίας, τῆς τε τοῦ Ἄρτου, ἢ ποτήριον ἀναφέρειν, ἢ κηρύσσειν· εἰ μέντοι τινὲς τῶν Ἐπισκόπων τούτοις συνίδοιεν κάματόν τινα, ἢ ταπείνωσιν πρᾳότητος, καὶ ἐθέλοιεν πλεῖόν τι διδόναι, ἢ ἀφαιρεῖν, ἐπ’ αὐτοῖς εἶναι τὴν ἐξουσίαν.
Ἑρμηνεία. Τὰ αὐτὰ ὁποῦ ἐδιώρισεν ὁ ἀνωτέρω Κανὼν περὶ τῶν Πρεσβυτέρων, διορίζει καὶ ὁ παρὼν περὶ τῶν Διακόνων. Ὅτι δηλαδὴ ἂν αὐτοὶ ἀπὸ τὴν δριμύτητα τῶν βασάνων ἐνικήθησαν καὶ ἐθυσίασαν εἰς τὰ εἴδωλα, μετὰ ταῦτα δὲ πάλιν ὡμολόγησαν τὴν εὐσέβειαν, τὴν μὲν ἄλλην τιμὴν τῶν Διακόνων νὰ ἔχωσι, νὰ παύωσι δὲ ἀπὸ κάθε ἱεροπραξίαν ἱεροδιακονικήν, καὶ ἀπὸ τὸ νὰ βαστάζουσι τὸν ἅγιον Ἄρτον καὶ τὸ ἅγιον ποτήριον (ὅρα τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ κγʹ. τῆς ϛʹ.), καὶ ἀπὸ τὸ νὰ κηρύττουν· ἐὰν ὅμως οἱ κατὰ τόπον Ἐπίσκοποι γνωρίσουν ὅτι δείχνουσιν αὐτοὶ κόπον ἐν τῇ μετανοίᾳ διὰ τὴν ἄρνησιν, καὶ ἐταπεινώθησαν συντριβέντες διὰ τὸ ἁμάρτημα, καὶ μετὰ πρᾳότητος φέρονται πρὸς τοὺς ὀνειδίζοντας αὐτοὺς διὰ τοῦτο, καὶ ὄχι μετὰ θρασύτητος, στέκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν των νὰ δώσουν εἰς αὐτοὺς καὶ ἄλλο τι περισσότερον ἀπὸ μόνην τὴν τῶν Διακόνων ἐξωτερικὴν τιμὴν διὰ τὴν θερμότητα τῆς μετανοίας των. Ὄχι καὶ γνωρίσουν αὐτοὺς πῶς ἐκ τοῦ ἐναντίου μὲ ἀμέλειαν καὶ χλιαρότητα μετανοοῦν, πάλιν ἔχουν τὴν ἐξουσίαν νὰ στερήσουν αὐτοὺς καὶ ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν αὐτὴν τῶν Διακόνων τιμήν. Ὅρα τὸν ξβʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν ιαʹ. τῆς αʹ. καὶ βʹ.
ΚΑΝΩΝ Γʹ. Τοὺς φεύγοντας καὶ συλληφθέντας, ἢ ὑπὸ οἰκίων παραδοθέντας, ἢ ἄλλως τὰ ὑπάρχοντα ἀφαιρεθέντας, ἢ ὑπομείναντας βασάνους, ἢ εἰς δεσμωτήριον ἐμβληθέντας, βοῶντάς τε ὅτι εἰσὶ Χριστιανοί, καὶ περισχισθέντας, ἤ τι εἰς τὰς χεῖρας πρὸς βίαν ἐμβαλλόντων τῶν βιαζομένων, ἢ βρῶμά τι πρὸς ἀνάγκην δεξαμένους, ὁμολογοῦντας δὲ διόλου, ὅτι εἰσὶ Χριστιανοί, καὶ τὸ πένθος τοῦ συμβάντος ᾀεὶ ἐπιδεικνυμένους τῇ πάσῃ καταστολῇ καὶ τῷ σχήματι, καὶ τῇ τοῦ βίου ταπεινότητι, τούτους, ὡς ἔξω ἁμαρτήματος ὄντας, τῆς κοινωνίας μὴ κωλύεσθαι· εἰ δὲ καὶ ἐκωλύθησαν ὑπό τινος, περισσοτέρας ἀκριβείας ἕνεκεν, εἰ καί τινων ἀγνοίᾳ· εὐθὺς προσδεχθῆναι δεῖ. Τοῦτο δὲ ὁμοίως ἐπί τε τῶν ἐκ τοῦ Κλήρου, καὶ τῶν ἄλλων λαϊκῶν.
Προσεξητάσθη δὲ κᾀκεῖνο, εἰ δύνανται καὶ λαϊκοὶ τῇ αὐτῇ ἀνάγκῃ ὑποπεσόντες, προάγεσθαι εἰς τάξιν. Ἔδοξεν οὖν καὶ τούτους, ὡς μηδὲν ἡμαρτηκότας, εἰ καὶ ἡ προλαβοῦσα εὑρίσκοιτο ὀρθὴ τοῦ βίου πολιτεία, προχειρίζεσθαι.
Ἑρμηνεία. Ἐπειδή, κατὰ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, νόμος μαρτυρίου εἶναι, τὸ μήτε θεληματικῶς καὶ ἀφ’ ἑαυτοῦ του νὰ τρέχῃ τινὰς εἰς τὸ μαρτύριον, προνοούμενος καὶ διὰ τὴν ἀσθένειαν καὶ ὀλιγοψυχίαν ὁποῦ αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ δείξῃ, καὶ διὰ τὴν ἀπώλειαν καὶ κόλασιν ὁποῦ μέλλουν νὰ λάβουν οἱ ἔχοντες αὐτὸν μαρτυρῆσαι, μήτε πάλιν, ὅταν τύχῃ καὶ πιασθῇ εἰς τὸ μαρτύριον, νὰ φεύγῃ καὶ νὰ ὀλιγοπιστῇ. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ τότε Χριστιανοί, γνωρίζοντες τὸ ἀσθενὲς τῆς φύσεώς των, ἔφευγον ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς καὶ ἐκρύπτοντο, κατὰ τὸ Εὐαγγελικὸν ἐκεῖνο, τὸ λέγον, «ὅταν διώκωσιν ὑμᾶς ἐκ τῆς πόλεως ταύτης, φεύγετε εἰς τὴν ἄλλην». Διὰ τούτους λοιπὸν τοὺς φεύγοντας Χριστιανοὺς διορίζων ὁ παρὼν Κανών, λέγει·
Ὅτι, ἐὰν οὗτοι φεύγοντες ἐπιάσθησαν, ἢ ἐπαραδόθησαν ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς των Ἕλληνας ὄντας, ἢ ἐστερήθησαν τὰ ὑπάρχοντά των, ἢ βάσανα ἐδοκίμασαν, καὶ εἰς φυλακὴν ἐβάλθησαν, ἢ ἐσχίσθησαν τοὺς χιτῶνάς των καὶ ἐγυμνώθησαν, ἢ ἔβαλαν μὲ βίαν οἱ τύραννοι εἰς μὲν τὰς χεῖράς των θυμιατόν, ἢ θυσίαν τινά, εἰς δὲ τὸ στόμα των βρῶμα εἰδωλόθυτον, καὶ ταῦτα πάντα πάσχοντες ἐφώναζον, ὅτι εἶναι Χριστιανοὶ χωρὶς τελείως νὰ ἀρνηθοῦν· οὗτοι, λέγω, ἐὰν πενθοῦσι διὰ τὸ συμβεβηκὸς αὐτὸ ὁποῦ ἔπαθον, καὶ δείχνουσι τὸ πένθος καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴν ταπείνωσιν καὶ κατήφειαν, καὶ τῶν ἱματίων, καὶ τοῦ προσώπου, καὶ τῆς ζωῆς, νὰ μὴ ἐμποδίζωνται ἀπὸ τὴν θείαν κοινωνίαν, ἐπειδὴ καὶ αὐτοὶ λογίζονται ὡσὰν νὰ μὴ ἥμαρτον τίποτε.
Εἰ δὲ καὶ μερικοὶ ἐμπόδισαν αὐτοὺς ἀπὸ τὴν θείαν κοινωνίαν, εἴτε διὰ περισσοτέραν ἀκρίβειαν, εἴτε διὰ ἀδιακρισίαν των, παρευθὺς πρέπει νὰ δεχθῶσιν εἰς αὐτήν, εἴτε Κληρικοὶ εἶναι οἱ τοῦτο παθόντες, εἴτε λαϊκοί. Τόσον δὲ οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἔξω τοῦ τοιούτου ἁμαρτήματος, ὥστε ὁποῦ, κᾂν λαϊκὸς ᾖναι τινὰς ἀπὸ αὐτούς, ἠμπορεῖ νὰ γένῃ καὶ Ἱερεύς, ἐὰν ᾖναι καὶ ἡ προτέρα ζωή του ἀκατηγόρητος καὶ ἀξία ἱερωσύνης. Ὅρα καὶ τὸν ξβʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν αʹ. τοῦ θαυματουργοῦ Γρηγορίου.
ΚΑΝΩΝ Δʹ. Περὶ τῶν πρὸς βίαν θυσάντων, ἐπὶ δὲ τούτοις, καὶ τῶν δειπνησάντων εἰς τὰ εἴδωλα, ὅσοι μὲν ἀπαγόμενοι, καὶ σχήματι φαιδροτέρῳ ἀνῆλθον, καὶ ἐσθῆτι ἐχρήσαντο πολυτελεστέρᾳ, καὶ μετέσχον τοῦ παρασκευασθέντος δείπνου ἀδιαφόρως, ἔδοξεν ἐνιαυτὸν ἀκροᾶσθαι· ὑποπεσεῖν δὲ τρία ἔτη. Εὐχῆς δὲ μόνης κοινωνῆσαι ἔτη δύω, καὶ τότε ἐλθεῖν ἐπὶ τὸ τέλειον.
Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ὅσοι ἐβιάσθησαν, καὶ ἐθυσίασαν εἰς τὰ εἴδωλα, ἢ καὶ ἔφαγον εἰδωλόθυτα, πρέπει πρῶτον νὰ ἐξετάζωνται μὲ ποίαν διάθεσιν τοῦτο ἔκαμαν, καὶ κατὰ τὴν διάθεσιν αὐτῶν, οὕτω νὰ λαμβάνουν καὶ τὰ ἐπιτίμια· διότι εἰ μὲν συρνόμενοι εἰς τὸ νὰ θυσιάσουν, ἢ νὰ φάγουν τὰ εἰδωλόθυτα, ἔδειχναν σχῆμα χαροποιόν, καὶ ἐστολίσθησαν μὲ πολύτιμα ἱμάτια, καὶ ἔφαγον ταῦτα ἀδιαφόρως, χωρὶς δηλαδὴ νὰ διαφέρωνται εἰς τὴν καρδίαν των, καὶ νὰ λυποῦνται διὰ τοῦτο· οὗτοι ἕνα χρόνον νὰ κάμνουν εἰς τὸν τόπον τῶν ἀκροωμένων, τρεῖς χρόνους εἰς τὸν τῶν ὑποπιπτόντων, δύω εἰς τὸν τῶν συνεστώτων, καὶ μετὰ τούτους πάντας νὰ μεταλαμβάνουν τὰ θεῖα Μυστήρια.
Συμφωνία. «Ὅσοι δὲ ὑπέμειναν μὲν πρῶτον βάσανα ἀνυπόφορα, ὕστερον δὲ διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς νικηθέντες ἀρνήθησαν, τρεῖς χρόνους καὶ ἡμέρας σαράντα κανονίζονται κατὰ τὸν αʹ. τοῦ Πέτρου. Ὅσοι δὲ μόνον ὑπέμειναν φυλακάς, καὶ τὰς τούτων δυσωδίας, χωρὶς δὲ ἄλλα βάσανα ἠρνήθησαν, τέσσαρα ἔτη νὰ κανονίζωνται, κατὰ τὸν βʹ. τοῦ αὐτοῦ. Ὅσοι δὲ βασανιζόμενοι μὲ πενθικὰ ῥοῦχα ἔφαγον εἰδωλόθυτα, τρεῖς χρόνους κανονίζονται καὶ ἐπέκεινα, κατὰ τὸν εʹ. τῆς παρούσης. Εἰ δὲ μόνον φαγόντες βρώματα ἐδικά των εἰς ἑορτὴν ἐθνικὴν ἐν εἰδωλείῳ, δύω χρόνους νὰ ὑποπίπτουν κατὰ τὸν ζʹ. τῆς παρούσης. Ὅσοι δὲ δύω ἢ τρεῖς φοραῖς ἐθυσίασαν μέ βίαν, ἑπτὰ χρόνους νὰ κανονίζωνται κατὰ τὸν ηʹ. τῆς αὐτῆς ταύτης.
Ὅρα καὶ τὸν ιδʹ. τῆς αʹ. καὶ τὴν ἰχνογραφίαν τοῦ ναοῦ».
ΚΑΝΩΝ Εʹ. Ὅσοι δὲ ἀνῆλθον μετὰ ἐσθῆτος πενθικῆς, καὶ ἀναπεσόντες ἔφαγον, μεταξὺ δι’ ὅλης τῆς ἀνακλίσεως δακρύοντες, εἰ ἐπλήρωσαν τὸν τῆς ὑποπτώσεως τριετῆ χρόνον, χωρὶς προσφορᾶς δεχθήτωσαν, εἰ δὲ μὴ ἔφαγον, δύω ὑποπεσόντες ἔτη, τῷ τρίτῳ κοινωνησάτωσαν, χωρὶς προσφορᾶς, ἵνα τὸ τέλειον τῇ τετραετίᾳ λάβωσι. Τοὺς δὲ Ἐπισκόπους ἐξουσίαν ἔχειν, τὸν τρόπον τῆς ἐπιστροφῆς δοκιμάσαντας, φιλανθρωπεύεσθαι, ἢ πλείονα προτιθέναι χρόνον. Πρὸ πάντων δὲ καὶ ὁ προάγων βίος, καὶ ὁ μετὰ ταῦτα ἐξεταζέσθω, καὶ οὕτως ἡ φιλανθρωπία ἐπιμετρείσθω.
Ἑρμηνεία. Ἀκόλουθος εἶναι ὁ παρὼν Κανὼν μὲ τὸν ἀνωτέρω. Λέγει γάρ, ὅτι ὅσοι ἀπὸ τοὺς βιασθέντας εἰς τὸ νὰ θυσιάσουν ἐπῆγαν μὲ ταπεινὰ καὶ πενθικὰ ἱμάτια καὶ ἔφαγον εἰδωλόθυτα, δακρύοντες εἰς ὅλον τὸ διάστημα τοῦ φαγητοῦ, οὗτοι ἀφ’ οὗ κάμουν τρεῖς χρόνους εἰς τοὺς ὑποπίπτοντας, ἂς στέκωνται μὲν μαζὴ μὲ τοὺς πιστούς, ὄχι ὅμως καὶ νὰ μεταλαμβάνουν· εἰ δὲ καὶ ὁλότελα δὲν ἔφαγον εἰδωλόθυτα, ἂς κάμουν ὑποπίπτοντες δύω χρόνους, καὶ εἰς τὸν τρίτον χρόνον ἂς στέκωνται μαζὴ μὲ τοὺς πιστούς, χωρὶς ὅμως νὰ μεταλαμβάνουν, καὶ μετὰ τέσσαρα ἔτη νὰ κοινωνοῦν. Ταῦτα μέν ἐστι τὰ παρὰ τῆς Συνόδου ἐπιτίμια. Οἱ Ἀρχιερεῖς ὅμως ἔχουν τὴν ἐξουσίαν νὰ θεωροῦν τὸν τρόπον τῆς μετανοίας αὐτῶν, καὶ ἂν μὲν γνησίως καὶ θερμῶς μετανοοῦν, νὰ ὀλιγοστεύουν τοὺς διορισθέντας χρόνους τῶν ἐπιτιμίων, ἂν δὲ ἐξεναντίας ἀμελῶς καὶ ἀδιαφόρως μετανοοῦν, νὰ τοὺς αὐξάνουν τὰ διορισθέντα ἐπιτίμια. Ἔχουν δὲ χρέος οὗτοι νὰ ἐξετάζουν καὶ τὴν πρὸ τῆς μιαροφαγίας, καὶ μετὰ τὴν μιαροφαγίαν αὐτῶν ζωήν. Καὶ ἂν μὲν αὕτη ἦτο καὶ ᾖναι ἐνάρετος, νὰ ὀλιγοστεύουν τὰ ἐπιτίμια, ἂν δὲ κατηγορημένη καὶ κακή, νὰ τοὺς αὐξάνουν αὐτά. Ὅρα καὶ τὸν ιαʹ. καὶ ιβʹ. τῆς πρώτης, καὶ τὸν δʹ. τῆς παρούσης.
ΚΑΝΩΝ ΣΤʹ. Περὶ τῶν ἀπειλῇ μόνον εἰρξάντων κολάσεως καὶ ἀφαιρέσεως ὑπαρχόντων, ἢ μετοικίας, καὶ θυσάντων, καὶ μέχρι τοῦ παρόντος καιροῦ μὴ μετανοησάντων, μηδὲ ἐπιστρεψάντων, νῦν δὲ παρὰ τὸν καιρὸν τῆς Συνόδου προσελθόντων καὶ εἰς διάνοιαν τῆς ἐπιστροφῆς γενομένων, ἔδοξε μέχρι τῆς μεγάλης ἡμέρας εἰς ἀκρόασιν δεχθῆναι, καὶ μετὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν ὑποπεσεῖν τρία ἔτη, καὶ μετὰ ἄλλα δύω ἔτη κοινωνῆσαι χωρὶς προσφορᾶς, καὶ οὕτως ἐλθεῖν ἐπὶ τὸ τέλειον, ὥστε τὴν πᾶσαν ἑξαετίαν πληρῶσαι. Εἰ δέ τινες πρὸ τῆς Συνόδου ταύτης ἐδέχθησαν εἰς μετάνοιαν, ἀπ’ ἐκείνου τοῦ χρόνου λελογίσθαι αὐτοῖς τὴν ἀρχὴν τῆς ἑξαετίας· εἰ μέν τοι κίνδυνος καὶ θανάτου προσδοκία ἐκ νόσου, ἢ ἄλλης τινὸς προφάσεως συμβαίη, τούτους ἐπὶ ὅρῳ δεχθῆναι.
Ἑρμηνεία. Ὅσοι δὲ Χριστιανοὶ ἐνικήθησαν ἀπὸ μόνας τὰς φοβερὰς ὁποῦ τοὺς ἔκαμαν οἱ τύραννοι νὰ τοὺς βασανίσουν, καὶ νὰ τοὺς πάρουν τὰ ὑπάρχοντά των, ἢ νὰ τοὺς ἐξορίσουν, καὶ ἐθυσίασαν εἰς τὰ εἴδωλα, καὶ μετὰ τοῦτο δὲν ἐμετενόησαν ἕως τώρα, κατὰ τὸν παρόντα δὲ καιρὸν τῆς Συνόδου ταύτης, μόλις ἦλθον εἰς ἔννοιαν μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς· οὗτοι, λέγω, διορίζει ὁ παρὼν Κανών, νὰ κανονίζωνται, καὶ νὰ ᾖναι εἰς μὲν τὸν τόπον τῶν ἀκροωμένων ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Συνόδου, ἤτοι ἀπὸ τὴν δʹ. ἑβδομάδα μετὰ τὸ Πάσχα, (ὅρα τὸν λζʹ. Ἀποστολικόν.) ἕως τὴν ἐρχομένην μεγάλην Λαμπρὰν τοῦ Πάσχα· ταὐτὸν εἰπεῖν, παρ’ ἕνα μῆνα, ἕνα χρόνον. Μετὰ ταῦτα δὲ νὰ ὑποπίπτουν τρεῖς χρόνους, νὰ στέκωνται μὲ τοὺς πιστοὺς δύω, καὶ ἀφ’ οὗ τελειώσουν οἱ ἓξ χρόνοι, νὰ μεταλαμβάνουν. Ὅσοι δὲ ἀπὸ τοὺς τοιούτους ἐδέχθησαν εἰς μετάνοιαν πρὸ τῆς Συνόδου ταύτης, ἀπ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν νὰ μετροῦνται οἱ ἓξ χρόνοι τοῦ Κανόνος των. Ἀνίσως ὅμως ἤθελεν ἀκολουθήσει εἰς αὐτοὺς κίνδυνος θανάτου ἀπὸ ἀσθένειαν, ἢ ἄλλην τινὰ περίστασιν, τότε νὰ μεταλαμβάνουν διὰ τὴν ἀνάγκην, ἐπὶ ὅρῳ ὅμως, ἤγουν μὲ τοιοῦτον διορισμόν, ὥστε ἂν δὲν ἀποθάνουν, ἀλλὰ ζήσουν, νὰ μὴ κοινωνήσουν πάλιν, ἕως ὁποῦ νὰ ἀπεράσουν οἱ ἓξ χρόνοι, καθὼς αὐτὸ τοῦτο διορίζεται καὶ ὁ ιγʹ. τῆς αʹ. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ξβʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὸν ιαʹ. τῆς αʹ.
ὅρα καὶ τὴν ἰχνογραφίαν τοῦ ναοῦ ἐν τῷ τέλει.
ΚΑΝΩΝ Ζʹ. Περὶ τῶν συνεστιαθέντων ἐν ἑορτῇ ἐθνικῇ, ἐν τόπῳ ἀφωρισμένῳ τοῖς ἐθνικοῖς, ἴδια βρώματα ἐπικομισαμένων, καὶ φαγόντων, ἔδοξε διετίαν ὑποπεσόντας, δεχθῆναι. Τὸ δὲ εἰ χρή, μετὰ τῆς προσφορᾶς ἕκαστον, τῶν Ἐπισκόπων ἐστὶ δοκιμάσαι, καὶ τὸν ἄλλον βίον ἐφ’ ἑκάστου ἐξετάσαι.
Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ὅσοι Χριστιανοὶ ἐπῆραν τὰ φαγητά των, καὶ ἐπῆγαν εἰς ἑορτὴν ἐθνικήν, εἰς τόπον διωρισμένον διὰ νὰ κάμνουν τὰς τελετάς των οἱ Ἕλληνες καὶ συνέφαγον μὲ αὐτούς, δύω μὲν χρόνους νὰ ὑποπίπτουν, καὶ οὕτω νὰ δέχωνται. Ὁ δὲ Ἐπίσκοπος, ἐξετάζων καὶ τὴν προτέραν καὶ ὑστέραν αὐτῶν ζωήν, θέλει κρίνει εὔλογον, ἢ νὰ δέχωνται μόνον οὗτοι εἰς τὴν μετὰ τῶν πιστῶν προσευχήν, ἢ καὶ νὰ μεταλαμβάνουν μετ’ αὐτῶν τὰ θεῖα Μυστήρια. Ὅρα τὸν ιβʹ. τῆς αʹ. καὶ τὴν ἐν τῷ τέλει ἰχνογραφίαν τοῦ ναοῦ, καὶ τὸν δʹ. τῆς παρούσης.
ΚΑΝΩΝ Ηʹ. Οἱ δὲ δεύτερον καὶ τρίτον θύσαντες μετὰ βίας, τετραετίαν ὑποπεσάτωσαν, δύο δὲ ἔτη, χωρὶς προσφορᾶς κοινωνησάτωσαν, καὶ τῷ ἑβδόμῳ τελείως δεχθήτωσαν.
Ἑρμηνεία. Ἀφ’ οὗ οἱ Πατέρες οὗτοι εἶπον διὰ τοὺς θυσιάσαντας μίαν φοράν, τώρα ἐν τῷ παρόντι Κανόνι λέγουσι διὰ τοὺς δύο καὶ τρεῖς φοραῖς θυσιάσαντας, λέγοντες, ὅτι οἱ τοῦτο ἀπὸ βίας ποιήσαντες, τέσσαρας χρόνους νὰ ὑποπίπτουν. Δύο νὰ συνίστανται μὲ τοὺς πιστούς, συγκοινωνοῦντες μόνον μὲ αὐτοὺς τῶν προσευχῶν, καὶ ὄχι δηλαδὴ ὡς κατηχούμενοι ἔξω εὐγαίνοντες τοῦ ναοῦ, κατὰ δὲ τὸν ἕβδομον χρόνον νὰ μεταλαμβάνουν τὰ Μυστήρια. Ὅρα τὴν ἐν τῷ τέλει ἰχνογραφίαν τοῦ ναοῦ, καὶ τὸν δʹ. τῆς παρούσης.
ΚΑΝΩΝ Θʹ. Ὅσοι δὲ μὴ μόνον ἀπέστησαν, ἀλλὰ καὶ ἐπανέστησαν, καὶ ἠνάγκασαν ἀδελφούς, καὶ αἴτιοι ἐγένοντο τοῦ ἀναγκασθῆναι, οὗτοι ἔτη μὲν τρία τὸν τῆς ἀκροάσεως δεξάσθωσαν τόπον, ἐν δὲ ἄλλῃ ἑξαετίᾳ τὸν τῆς ὑποπτώσεως, ἄλλον δὲ ἐνιαυτόν, κοινωνησάτωσαν χωρὶς προσφορᾶς, ἵνα τὴν δεκαετίαν πληρώσαντες, τοῦ τελείου μετάσχωσιν. Ἐν μέντοι τούτῳ τῷ χρόνῳ, καὶ τὸν ἄλλον αὐτῶν ἐπιτηρεῖσθαι βίον.
Ἑρμηνεία. Ὅσοι δὲ τοσοῦτον ἐφοβήθησαν τὰς βασάνους, ὥστε ὁποῦ ὄχι μόνον αὐτοὶ ἀρνήθησαν τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐπάνω τῶν ἄλλων πιστῶν ἐσηκώθησαν, καὶ ἢ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τοὺς ἀνάγκασαν νὰ θυσιάσουν καὶ νὰ ἀρνηθοῦν, ἢ αἴτιοι ἔγιναν νὰ τοὺς ἀναγκάσουν οἱ ἄλλοι διῶκται, τυχὸν διὰ τί τοὺς ἐφανέρωσαν πῶς ἦσαν κρυμμένοι, ἢ φευγάτοι, ἢ ἀγνοούμενοι Χριστιανοί· οὗτοι λέγω, προστάζει ὁ παρὼν Κανών, τρεῖς χρόνους νὰ ἀκροάζωνται τὰς Γραφάς, ἓξ νὰ ὑποπίπτουν, ἕνα νὰ στέκωνται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ τελειωθέντων τῶν δέκα χρόνων, τότε νὰ μεταλαμβάνουν τὰ θεῖα Μυστήρια. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ τῶν χρόνων τούτων πρέπει νὰ ἐξετάζεται ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα, ἢ Πνευματικὸν καὶ ἡ ἄλλη ζωὴ αὐτῶν, καὶ ἐὰν ἀμελῶς καὶ κακῶς ζῶσι, νὰ περισσεύωνται εἰς αὐτοὺς οἱ χρόνοι τοῦ ἐπιτιμίου.
Συμφωνία. «Ὁ δὲ ηʹ. τοῦ θαυματουργοῦ Γρηγορίου διορίζει, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε εἰς τοὺς ἀκροωμένους νὰ βάλλωνται, ἀλλ’ ἔξω τῆς πύλης νὰ προσκλαίουν οἱ ὑπὸ τῶν βαρβάρων αἰχμαλωτισθέντες, ὕστερον δὲ μετ’ αὐτῶν φονεύοντες Χριστιανούς, ἢ φανερόνοντες αὐτοὺς κεκρυμμένους, ἕως ὁποῦ, λέγει, νὰ γένῃ κοινὴ Σύνοδος περὶ αὐτῶν, ἡ παροῦσα δηλ. καὶ ὁ παρὼν περὶ τούτων Κανών». Ὅρα καὶ τὴν ἐν τῷ τέλει ἰχνογραφίαν τοῦ ναοῦ.
ΚΑΝΩΝ Ιʹ. Διάκονοι ὅσοι καθίστανται παρ’ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἰ ἐμαρτύραντο καὶ ἔφασαν χρῆναι γαμῆσαι, μὴ δυνάμενοι οὕτω μένειν· οὗτοι μετὰ ταῦτα γαμήσαντες, ἔστωσαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διὰ τὸ ἐπιτραπῆναι αὐτοὺς ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου. Τοῦτο δέ, εἴτινες σιωπήσαντες, καὶ καταδεξάμενοι ἐν τῇ χειροτονίᾳ μένειν οὕτω, μετὰ ταῦτα ἦλθον ἐπὶ γάμον, πεπαῦσθαι αὐτοὺς τῆς Διακονίας.
Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν διορίζει ὅτι, ὅσοι μὲν Διάκονοι μέλλοντες νὰ χειροτονηθοῦν, φανερῶς ὡμολόγησαν ὡς ἐπὶ μαρτύρων, ὅτι ἔχουν νὰ ὑπανδρευθοῦν μετὰ τὴν χειροτονίαν, μὲ τὸ νὰ μὴ δύνανται νὰ παρθενεύουν· οὗτοι, ἐὰν μετὰ ταῦτα λάβωσι γυναῖκα, δὲν καθαίρονται, ἀλλὰ ἔχουσι πάλιν τὴν Διακονίαν, ἐπειδὴ καὶ φαίνονται ὅτι ἐσυγχωρήθησαν ἀπὸ τὸν χειροτονήσαντα αὐτοὺς Ἀρχιερέα νὰ κάμουν τοῦτο· ἀκούσας γὰρ αὐτῶν πρότερον τὴν διαμαρτυρίαν ὁ Ἀρχιερεύς, δὲν ἀπέβαλεν, ἀλλ’ ἐχειροτόνησεν αὐτούς. Ὅσοι δὲ πάλιν Διάκονοι, ὅταν μέλλωσι νὰ χειροτονηθοῦν, σιωπήσουν καὶ δὲν εἰποῦν παρόμοιον λόγον, οὗτοι ἐὰν μετὰ τὴν χειροτονίαν ὑπανδρευθοῦν, νὰ παύουσιν ἀπὸ τὴν Διακονίαν· διότι ἡ σιωπὴ ὁποῦ ἔκαμαν, φανερόνει ὅτι συγκατέθεντο καὶ κατεδέχθηκαν νὰ διαμένουν παρθενεύοντες ἐν τῇ Διακονίᾳ. Ὅρα καὶ τὸν ϛʹ. τῆς ϛʹ. καὶ τὴν εἰς ἐκεῖνον ὑποσημείωσιν.
ΚΑΝΩΝ ΙΑʹ. Τὰς μνηστευθείσας κόρας, καὶ μετὰ ταῦτα ὑπὸ ἄλλων ἁρπαγείσας, ἔδοξεν ἀποδίδοσθαι τοῖς προμνηστευσαμένοις, εἰ καὶ βίαν ὑπ’ αὐτῶν πάθοιεν.
Ἑρμηνεία. Ὅσαι γυναῖκες κόραι εἶναι ἀῤῥαβωνιασμέναι μὲ ἄνδρας, μετὰ ταῦτα δὲ ἁρπαχθοῦν ἀπὸ ἄλλους, αὐταί, διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι νὰ δίδωνται ὀπίσω εἰς τοὺς πρώτους ἀῤῥαβωνιαστικοὺς αὐτῶν, κᾂν καὶ ἐφθάρησαν ἀπὸ τοὺς ἁρπάσαντας, πλὴν ὄχι ἀναγκαστικῶς, ἀλλ’ ἐὰν καὶ θέλωσι καὶ ζητῶσιν αὐτὰς οἱ πρῶτοί των ἀῤῥαβωνιαστικοί. Ὅρα καὶ τὸν κζʹ. τῆς δʹ.
ΚΑΝΩΝ ΙΒʹ. Τοὺς πρὸ τοῦ βαπτίσματος τεθυκότας, καὶ μετὰ ταῦτα βαπτισθέντας, ἔδοξεν εἰς τάξιν προάγεσθαι ὡς ἀπολουσαμένους.
Ἑρμηνεία. Κατὰ τὸν παλαιὸν καιρόν, πολλοὶ μὲν ἐδέχοντο τὸν Χριστιανισμόν, καὶ ἐπίστευαν εἰς τὸν Χριστόν, ἀργοποροῦσαν δὲ νὰ λάβουν τὸ ἅγιον Βάπτισμα. Διὰ ταύτην τὴν ἀφορμὴν καὶ ὁ θεολόγος Γρηγόριος, καὶ ὁ μέγας Βασίλειος, συνέγραψαν τοὺς παρακινητικοὺς εἰς τὸ Βάπτισμα λόγους. Διὰ τούτους λοιπὸν λέγει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι, ἂν ὡς Χριστιανοὶ οὗτοι ἐπιάσθησαν ἀπὸ τοὺς διώκοντας καὶ ἐθυσίασαν, ἐὰν μετὰ τὴν θυσίαν ἐβαπτίσθησαν, ἠμποροῦν νὰ ἀναβοῦν καὶ εἰς βαθμὸν Κλήρου καὶ Ἱερωσύνης, ἐπειδὴ πιστεύομεν ὅτι τὸ ἅγιον Βάπτισμα τοὺς ἐκαθάρισεν ἀπὸ ὅλα τὰ πρότερα ἁμαρτήματα, ὁποῖα καὶ ἂν ᾖναι, εἴτε συγγνωστά, εἴτε θανάσιμα.
Ὅρα καὶ τὸν βʹ. Ἀποστολικόν.
ΚΑΝΩΝ ΙΓʹ. Χωρεπισκόποις μὴ ἐξεῖναι, Πρεσβυτέρους ἢ Διακόνους χειροτονεῖν. ἀλλὰ μὴν μηδὲ Πρεσβυτέρους πόλεως, χωρὶς τοῦ ἐπιτραπῆναι ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου μετὰ γραμμάτων ἐν ἑτέρᾳ παροικίᾳ.
Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι χωρὶς τὴν ἔγγραφον ἄδειαν τοῦ Ἐπισκόπου των δὲν ἠμποροῦν οἱ Χωρεπίσκοποι νὰ χειροτονοῦν εἰς ἄλλην, ἔξω ἀπὸ τὴν ἐδικήν τους χώραν, Πρεσβυτέρους καὶ Διακόνους. Διότι ἀνίσως οὔτε εἰς τὴν χώραν αὑτῶν δύνανται τοὺς τοιούτους νὰ χειροτονοῦν, εἰ μὴ μόνον Ὑποδιακόνους, Ἀναγνώστας καὶ ἐφορκιστάς, κατὰ τὸν ιʹ. τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, πόσῳ μᾶλλον δὲν δύνανται εἰς ἄλλην; ἀλλὰ μηδὲ Πρεσβυτέρους πόλεως νὰ χειροτονοῦν, ἔνθα οἰκεῖ ὁ κυρίως Ἐπίσκοπος χωρὶς τῆς ἐγγράφου τούτου ἀδείας. Θέλει δὲ ὁ Κανὼν νὰ δίδεται ἔγγραφος ἡ ἄδεια, διὰ νὰ μὴ ἀκολουθῇ κᾀμμία ἀμφιβολία. Ὅρα καὶ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ ηʹ. τῆς αʹ.
ΚΑΝΩΝ ΙΔʹ. Τοὺς ἐν Κλήρῳ, Πρεσβυτέρους ἢ Διακόνους ὄντας, καὶ ἀπεχομένους κρεῶν, ἔδοξεν ἐφάπτεσθαι, καὶ οὕτως, εἰ βούλοιντο, κρατεῖν ἑαυτῶν, εἰδὲ μὴ βούλοιντο, ὡς μηδὲ τὰ μετὰ κρεῶν βαλλόμενα λάχανα ἐσθίειν, καὶ εἰ μὴ ὑπείκοιεν τῷ Κανόνι, πεπαῦσθαι αὐτοὺς τῆς τάξεως.
Ἑρμηνεία. Ἐπειδὴ ἦτο δυνατὸν νὰ βδελύσσωνται μέν τινες τὸ κρέας κατὰ ἀλήθειαν, νὰ λέγουσι δὲ εἰς τὸ φαινόμενον ὅτι ἀπέχουσιν ἀπὸ αὐτὸ δι’ ἄσκησιν καὶ ἐγκράτειαν· διὰ νὰ ἀσηκωθῇ ἡ ὑποψία αὕτη, προστάζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι οἱ μὴ τρώγοντες κρέας Πρεσβύτεροι ἢ Διάκονοι διὰ ἐγκράτειαν, νὰ γεύωνται ὀλίγον ἀπ’ αὐτό. Ὅσοι δὲ τόσον πολλὰ ἀπέχουσιν ἀπὸ τὸ κρέας, ὥστε ὁποῦ, οὐδὲ τὰ χόρτα τρώγουσι τὰ ἑψημένα μὲ κρέας, οὗτοι νὰ παύουσιν ἀπὸ τὴν ἱερωσύνην. Δίδουσι γὰρ ὑποψίαν μὲ τοῦτο ὁποῦ κάμνουσιν, ὅτι συγχαίνονται τὸ κρέας, ὅπερ ἐστὶ τῶν Μανιχαίων καὶ ἄλλων αἱρετικῶν φρόνημα. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ναʹ. καὶ νγʹ. Ἀποστολικόν.
ΚΑΝΩΝ ΙΕʹ. Περὶ τῶν διαφερόντων τῷ Κυριακῷ, ὅσα, Ἐπισκόπου μὴ ὄντος, Πρεσβύτεροι ἐπώλησαν, ἀνακαλεῖσθαι τὸ Κυριακόν. Ἐν δὲ τῇ κρίσει τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι, εἴπερ προσήκει ἀπολαβεῖν τὴν τιμήν, εἴτε καὶ μή, διὰ τὸ πολλάκις τὴν εἴσοδον τῶν πεπραμένων ἀποδεδωκέναι αὐταῖς τούτοις πλείονα τὴν τιμήν.
Ἑρμηνεία. Ἀνίσως οἱ Πρεσβύτεροι, καὶ οἱ λοιποὶ Κληρικοὶ (ἀπὸ γὰρ τοῦ μεγαλητέρου βαθμοῦ, καὶ τοὺς κατωτέρους ἐφανέρωσεν ὁ παρὼν Κανὼν) διά τινα χρείαν, ἐπώλησαν πράγματα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐπισκοπῆς, χωρὶς τὴν ἄδειαν καὶ γνώμην τοῦ Ἐπισκόπου, ἢ μὴ παρόντος, ἢ τελευτήσαντος, ἡ Ἐκκλησία, ἤτοι ὁ Ἐπίσκοπος, τὰ λαμβάνει πάλιν ὀπίσω ἀπὸ τοὺς ἀγοράσαντας. Εἰς τὴν διάκρισιν δὲ τοῦ Ἐπισκόπου στέκεται, ἢ νὰ δώσῃ ὀπίσω τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων εἰς τοὺς ἀγοραστάς, ἢ νὰ μὴ τὴν δώσῃ, καθ’ ὅτι πολλαῖς φοραῖς μὲ τὸ νὰ ᾖναι καρποφόρα τὰ πράγματα αὐτά, ἠμποροῦν νὰ εὐγάλουσιν οἱ ἀγοράσαντες ἀπὸ τὴν εἰσοδίαν των περισσότερον ἀπὸ τὴν τιμὴν ὁποῦ ἔδωκαν καὶ τὰ ἀγόρασαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τὴν λάβουν δύω φοραῖς.
Ὅρα καὶ τὸν ληʹ. Ἀποστολικόν. Διὰ τί δὲ λέγεται ἡ Ἐκκλησία Κυριακόν, εἴπομεν κατὰ τὴν ὑποσημείωσιν τοῦ οδʹ. τῆς ϛʹ.
ΚΑΝΩΝ ΙΣΤʹ. Περὶ τῶν ἀλογευσαμένων, ἢ καὶ ἀλογευομένων, ὅσοι πρὶν εἰκοσαετεῖς γενέσθαι ἥμαρτον, πέντε καὶ δέκα ἔτεσιν ὑποπεσόντες, κοινωνίας τυγχανέτωσαν τῆς εἰς τὰς προσευχάς, εἶτα, ἐν τῇ κοινωνίᾳ διατελέσαντες ἔτη πέντε, τότε καὶ τῆς προσφορᾶς ἐφαπτέσθωσαν. Ἐξεταζέσθω δὲ αὐτῶν καὶ ὁ ἐν τῇ ὑποπτώσει βίος, καὶ οὕτω τυγχανέτωσαν τῆς φιλανθρωπίας. Εἰ δέ τινες κατακόρως ἐν τοῖς ἁμαρτήμασι γεγόνασι, τὴν μακρὰν ἐχέτωσαν ὑπόπτωσιν. Ὅσοι δὲ ὑπερβάντες τὴν ἡλικίαν ταύτην, καὶ γυναῖκας ἔχοντες περιπεπτώκασι τῷ ἁμαρτήματι, πέντε καὶ εἴκοσιν ἔτεσιν ὑποπεσόντες, κοινωνίας τυγχανέτωσαν τῆς εἰς τὰς προσευχάς· εἶτα, ἐκτελέσαντες πέντε ἔτη ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν εὐχῶν, τυγχανέτωσαν τῆς προσφορᾶς. Εἰ δέ τινες καὶ γυναῖκας ἔχοντες, καὶ ὑπερβάντες τὸν πεντηκονταετῆ χρόνον ἥμαρτον, ἐπὶ τῇ ἐξόδῳ τοῦ βίου τυγχανέτωσαν τῆς κοινωνίας.
Ἑρμηνεία. Ὅσοι ἔπεσαν, ἢ πίπτουν εἰς ἁμαρτίαν μὲ τὰ ἄλογα ζῶα, καὶ ἔπραξαν τὴν λεγομένην κτηνοβατίαν, προστάζει ὁ παρὼν Κανὼν νὰ μὴ κανονίζωνται ὅλοι παρόμοια, ἀλλ’ ἐκεῖνοι μὲν ὁποῦ ἥμαρτον μὲ αὐτὰ μερικαῖς φοραῖς, πρὸ τοῦ νὰ γένουν εἴκοσι χρόνων, καὶ χωρὶς νὰ ἔχουν γυναῖκας, οὗτοι δεκαπέντε χρόνους νὰ κάμουν εἰς τὸν τόπον τῶν ὑποπιπτόντων, καὶ πέντε χρόνους νὰ στέκωνται μαζὴ μὲ τοὺς πιστοὺς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ συμπροσευχόμενοι, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μεταλαμβάνουσι.
Πρέπει δὲ νὰ ἐξετάζεται καὶ ἡ ἐν τῇ μετανοίᾳ ζωὴ αὐτῶν, καὶ εἰ μὲν μὲ θερμότητα μετανοοῦν, νὰ κανονίζωνται συγκαταβατικώτερα, εἰ δὲ ἀμελῶς, νὰ μὴ λαμβάνουσι κἀμμίαν συγκατάβασιν. Ἐὰν δὲ οὗτοι πολλοτάταις φοραῖς καὶ μὲ ὑπερβολὴν ἔπεσαν εἰς τὴν ἄλογον ταύτην ἁμαρτίαν τῆς κτηνοβατίας, ἂς κάμνουν εἰς τοὺς ὑποπίπτοντας χρόνον μακρόν.
Καὶ οὗτοι μὲν ἔτσι συγκαταβατικὰ νὰ κανονίζωνται, καὶ διὰ τὴν νεαρὰν ἡλικίαν των, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνάπτει ἡ τῆς ἐπιθυμίας φλόξ, καὶ διὰ τὴν ἀφροσύνην αὐτῶν. Ἐκεῖνοι δὲ ὀποῦ, καὶ ὑπὲρ τοὺς εἴκοσι χρόνους τῆς ἡλικίας ὄντες, καὶ γυναῖκας ἔχοντες, εἰς τὸ μιαρὸν αὐτὸ ἁμάρτημα ἔπεσαν, εἰκοσιπέντε χρόνους μὲν ἂς ὑποπίπτουν, καὶ πέντε χρόνους δὲ ἂς συμπροσεύχωνται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ οὕτω μετὰ τοὺς τριάκοντα χρόνους αὐτοὺς ἂς μεταλαμβάνουν.
Ἐκεῖνοι δὲ ὁποῦ ὑπὲρ τοὺς πεντήκοντα χρόνους ὄντες, καὶ γυναῖκας ἔχοντες, εἰς κτηνοβατίαν ἔπεσαν, μόνον εἰς τὸν θάνατόν τους ἂς μεταλαμβάνουν, καὶ ὄχι ἄλλην φοράν. Οὐδεμίαν γὰρ αἰτίαν ἔχουσιν οὗτοι νὰ προφασισθοῦν ὡς οἱ ἀνωτέρω, οὔτε τὸ νεαρὸν τῆς ἡλικίας, οὔτε τὸ ἀστήρικτον τοῦ φρονήματος.
Συμφωνία. Ὁ δὲ δʹ. τοῦ Νύσσης δεκαεννέα χρόνους κανονίζει τοὺς ζωοφθορίαν ποιήσαντας, καὶ μοιχείαν ταύτην ὀνομάζει τῆς φύσεως, «ἐπειδὴ εἰς τὸ ξένον καὶ παρὰ φύσιν ἡ ἀδικία γίνεται.» Ὁ δὲ μέγας Βασίλειος, ἐν μὲν τῷ ζʹ. Κανόνι εἰς τὸ ἐπιτίμιον τῶν ἀῤῥενοφθόρων, καὶ φονέων, καὶ μοιχῶν ὑποβάλλει τοὺς ζωοφθόρους, ἐν δὲ τῷ ξγʹ. εἰς τὸ τῶν μοιχῶν μόνον, δηλαδὴ εἰς χρόνους ιεʹ. Κατὰ δὲ τὸν ιζʹ. τῆς αὐτῆς Συνόδου, οἱ κτηνοβάται πρέπει μὲ τοὺς χειμαζομένους νὰ προσεύχωνται. Ὁ δὲ Θεὸς προστάζει νὰ θανατώνωνται καὶ οἱ ἄνδρες καὶ αἱ γυναῖκες ὁποῦ πέσουν εἰς ἁμαρτίαν μὲ ζῶα, καὶ μαζὴ μὲ αὐτοὺς νὰ θανατώνωνται καὶ τὰ ζῶα.
Καὶ ὃς ἂν δῷ κοιτασίαν αὑτοῦ ἐν τετράποδι, θανάτῳ θανατούσθω, καὶ τὸ τετράπουν ἀποκτενεῖτε. Καὶ γυνή, ἥτις προσελεύσεται πρὸς πᾶν κτῆνος βιβασθῆναι αὐτὴν ὑπ’ αὐτοῦ, ἀποκτενεῖτε τὴν γυναῖκα καὶ τὸ κτῆνος. Τὸ δὲ ξʹ. βιβλ. τῶν Βασιλικ. τίτλ. 37. προστάζει ὅτι «τῶν ἀλογευομένων, ἤτοι τῶν κτηνοβατῶν, νὰ κόπτεται ὁ καυλός».
ΚΑΝΩΝ ΙΖʹ. Τοὺς ἀλογευσαμένους, καὶ λεπροὺς ὄντας, ἤτοι λεπρώσαντας, τούτους προσέταξεν ἡ ἁγία Σύνοδος, εἰς τοὺς χειμαζομένους εὔχεσθαι.
Ἑρμηνεία. Καθὼς ὁ Μωϋσῆς ἀκαθάρτους ὀνομάζει τοὺς λεπρούς· τοιουτοτρόπως καὶ ὁ παρὼν Κανὼν τοὺς κτηνοβάτας καὶ ζωοφθόρους λεπροὺς ὀνομάζει, ἤτοι ἀκαθάρτους καὶ λεπρώσαντας, ἤτοι μολύναντας καὶ τὰ ζῶα αὐτά. Τούτους δὲ διορίζει νὰ συμπροσεύχωνται μαζὴ μὲ τοὺς χειμαζομένους, ἤτοι τοὺς δαιμονῶντας. Ὅρα καὶ τὸν ἀνωτέρω ιϛʹ. τῆς αὐτῆς ταύτης Συνόδου.
ΚΑΝΩΝ ΙΗʹ. Εἴ τινες Ἐπίσκοποι καταστάντες, καὶ μὴ δεχθέντες ὑπὸ τῆς παροικίας ἐκείνης, εἰς ἣν ὠνομάσθησαν, ἑτέραις βούλοιντο παροικίαις ἐπιέναι, καὶ βιάζεσθαι τοὺς καθεστῶτας, καὶ στάσεις κινεῖν κατ’ αὐτῶν· τούτους ἀφορίζεσθαι. Ἐὰν μέντοι βούλοιντο εἰς τὸ Πρεσβυτέριον καθέζεσθαι, ἔνθα ἦσαν πρότερον Πρεσβύτεροι, μὴ ἀποβάλλεσθαι αὐτοὺς τῆς τιμῆς. Ἐὰν δὲ διαστασιάζωσι πρὸς τοὺς καθεστῶτας ἐκεῖ Ἐπισκόπους, ἀφαιρεῖσθαι αὐτοὺς καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Πρεσβυτερίου, καὶ γίνεσθαι αὐτοὺς ἐκκηρύκτους.
Ἑρμηνεία. Διορίζει ὁ παρὼν Κανὼν ὅτι, ἀνίσως τινὲς Ἀρχιερεῖς, ἀφ’ οὗ ἐχειροτονήθησαν, δὲν ἐδέχθησαν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν των, ἀλλὰ ὑπάγουν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ βιάζουσι τοὺς ἐκεῖσε χειροτονημένους, καὶ ταραχὰς προξενοῦσιν· οὗτοι, λέγω, νὰ ἀφορίζωνται καὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὴν τοῦ Ἐπισκόπου τιμήν, ἀλλὰ ἐὰν θέλουν, ἂς ἔχουν μόνην τὴν τῶν Πρεσβυτέρων καθέδραν καὶ τιμήν. Ὄχι καὶ πάλιν δὲν εἰρηνεύουν, ἀλλὰ προξενοῦσι σκάνδαλα καὶ μάχας πρὸς τοὺς ἐκεῖσε Ἐπισκόπους, νὰ χάνουσι καὶ τὴν τῶν Πρεσβυτέρων ταύτην τιμήν, καὶ παντελῶς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν νὰ ἀποδιώκωνται. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν λεʹ. καὶ λϛʹ. Ἀποστολικόν.
ΚΑΝΩΝ ΙΘʹ. Ὅσοι παρθενίαν ἐπαγγελόμενοι, ἀθετοῦσι τὴν ἐπαγγελίαν, τὸν τῶν διγάμων ὅρον ἐκπληρούτωσαν. Τὰς μέντοι συνερχομένας παρθένους τισὶν ὡς ἀδελφάς, ἐκωλύσαμεν.
Ἑρμηνεία. Οἱ μὲν τὸν παρόντα Κανόνα ἑρμηνεύοντες, ὅ,τε Βαλσαμὼν καὶ Βλάσταρις, λέγουσιν, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ ὑποσχεθῶσι παρθενίαν, ἤτοι μοναδικὴν πολιτείαν πρὸς τὸν Θεόν, πρὸ τῆς ἀποκάρσεως καὶ τῆς τῶν ἱματίων ἀμφιάσεως, δύνανται ἐννόμως λαβεῖν γυναῖκα. Πληρόνοντες τὸν Κανόνα τῶν διγάμων· διότι, λέγουσι, πῶς ἡ καλογερικὴ δὲν βεβαιοῦται τάχα μὲ τὰ λόγια, ἀλλὰ μὲ τὴν κουράν, καὶ τὰ καλογερικὰ ἱμάτια συνίσταται καὶ κυροῦται. Ὁ δὲ μέγας Βασίλειος εἰς τὸν ιηʹ. αὑτοῦ Κανόνα, τὸν παρόντα ἀναφέρων Κανόνα, λέγει, ὅτι οἱ τοιοῦτοι δὲν ὑπανδρεύονται, ἀλλὰ πορνεύουσι, καὶ προστάζει νὰ μὴ δέχωνται εἰς κοινωνίαν ἕως οὗ νὰ χωρισθῶσιν ἀπὸ αὐτὸν τὸν κατὰ τοὺς ἑρμηνευτὰς μὲν νόμιμον γάμον, κατὰ δὲ τὸν μέγαν Βασίλειον μεγαλήτερον ἁμάρτημα ὄντα ἀπὸ τὴν πορνείαν. Διότι λέγει Κανόνι ϛʹ. «αἱ πορνεῖαι τῶν Καλογήρων εἰς γάμον δὲν λογίζονται.» Ὁ δὲ ιϛʹ. τῆς δʹ. ἐκεῖνοι (λέγει) ὁποῦ ἀφιέρωσαν τὸν ἑαυτόν τους εἰς τὸν Θεὸν δὲν δύνανται νὰ ὑπανδρευθοῦν. Εἰ δὲ εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἐπαγγελία τῶν λόγων δὲν δίδει τόσον δεσμὸν καὶ βάρος εἰς τοὺς ὑποσχεθέντας, ἂς ἀκούσουν τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου ὁποῦ λέγει εἰς τὸ πάθος τοῦ Κυρίου. «Ὅσα τάζομεν εἰς τὸν Θεόν, δὲν εἶναι πλέον ἐδικά μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂν πάρωμεν αὐτά, δὲν ἐπήραμεν τὰ ἐδικά μας, ἀλλὰ τὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἴμεθα ἱερόσυλοι».
Ἐπειδὴ ἡ ἐπαγγελία δὲν στέκει μόνον εἰς χρήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς λόγια, καὶ εἰς προαίρεσιν. Οὕτω καὶ ἡ μοναδικὴ πολιτεία δὲν στέκει εἰς τὴν κουρὰν καὶ εἰς τὰ ἱμάτια, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ λόγια, καὶ εἰς τὴν πρὸς Θεὸν ἐπαγγελίαν. Ὅσοι λοιπὸν ἐπαγγέλλονταί τι ἀγαθὸν εἰς τὸν Θεόν, εἶναι χρεῶσται νὰ τὸ πληρώσουν: ὡσὰν νὰ εἰποῦμεν, ὁ παρθένος τὴν παρθενίαν, ὁ ἐγκρατὴς τὴν ἐγκράτειαν, καὶ ὁ ἐν γάμῳ τὴν σωφροσύνην, διὰ νὰ μὴ παιδευθῶσιν ὡσὰν τὸν Ἀνανίαν καὶ τὴν Σάπφειραν. Καὶ ὄχι μόνον ἐκείνην ὁποῦ ἔκαμαν ἐνώπιον ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ἐκείνην ὁποῦ ἔκαμαν καὶ κατ’ ἰδίαν μοναχοί τους· διότι λέγει ὁ θεῖος Βασίλειος (λόγῳ περὶ πλεονεξίας.) «Σὺ ὁμιλεῖς κρυφίως μὲ τὸν ἑαυτόν σου, τὰ λόγιά σου ὅμως ἀκούονται εἰς τὸν οὐρανόν· καὶ εἶναι καλλιώτερος μάρτυς ὁ ἐν τῷ οὐρανῷ Θεός, ὁποῦ βλέπει εἰς τὰς καρδίας, παρὰ οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ βλέπουν τὰ ἔξω μόνον». Διὰ νὰ συμβιβάσωμεν λοιπὸν τὸν παρόντα Κανόνα μὲ τὸν Κανόνα τοῦ Ἁγίου, εἶναι καλλίτερον καὶ ἀκριβέστερον νὰ τὸν ἐννοήσωμεν οὕτως. Ὅτι ὅσοι ὑπεσχέθησαν παρθενίαν, ἤτοι μοναδικὴν πολιτείαν, καὶ πρὶν νὰ καλογερευθῶσιν ὑπανδρεύθησαν, αὐτοὶ ἀφ’ οὗ χωρισθῶσι τοῦ παρανόμου τούτου γάμου καὶ τῆς πορνείας κατὰ τὸν ϛʹ. καὶ ιηʹ. τοῦ Βασιλείου, νὰ κανονίζωνται τότε ὡς δίγαμοι· ἤτοι, ἕνα χρόνον κατὰ τὸν ιηʹ. Βασιλείου νὰ μὴ κοινωνήσουν.
Πρὸς τούτοις ἐμποδίζει ὁ Κανὼν τὸ νὰ συγκατοικοῦν μὲ ἄνδρας τινὰς αἱ γυναῖκες ὁποῦ ὑπεσχέθησαν νὰ παρθενεύουν, ὀνομάζουσι τάχα τὸν ἑαυτόν των ἀδελφὰς τῶν συγκατοικούντων, ἢ καὶ ἀδελφοὺς ὀνομάζουσαι αὐτούς, ἵνα μὲ τὸ ὄνομα τάχα αὐτὸ ἀσηκώσουν κάθε ἄτοπον κατ’ αὐτῶν ὑποψίαν. Περὶ οὗ ὅρα τὸν γʹ. τῆς αʹ.
ΚΑΝΩΝ Κʹ. Ἐάν τινος γυνὴ μοιχευθῇ, ἢ μοιχεύσῃ τις, ἐν ἑπτὰ ἔτεσι δεῖ αὐτὸν τοῦ τελείου τυχεῖν, κατὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς προάγοντας.
Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν τὴν μοιχαλίδα γυναῖκα καὶ τὸν μοιχὸν εἰς ἑπτὰ χρόνους ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν κοινωνίαν τῶν Μυστηρίων. Οἱ χρόνοι δὲ οὗτοι νὰ οἰκονομοῦνται κατὰ τὰς προῤῥηθείσας τάξεις τῶν μετανοούντων, ἤτοι καθὼς ὁ οζʹ. Βασιλείου διορίζει· ἕνα μὲν χρόνον νὰ προσκλαίουν, δύω νὰ ἀκροῶνται, τρεῖς νὰ ὑποπίπτουν, καὶ κατὰ τὸν ἕβδομον χρόνον νὰ στέκωνται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ ἔτσι νὰ μεταλαμβάνουν τὰ θεῖα Μυστήρια, ἐὰν μετὰ δακρύων μετανοήσουν.
Συμφωνία. «Τὸν μοιχὸν ὁ μὲν δʹ. τοῦ Νύσσης εἰς ιηʹ. χρόνους κανονίζει, ὁ δὲ Βασίλειος ἐν τῷ νηʹ. ιεʹ. χρόνους, ὁ δὲ Νηστευτὴς τρεῖς, μετὰ καὶ ἄλλης ἱκανοποιήσεως, ξηροφαγίας τε καὶ μετανοιῶν ἐν τῷ ιγʹ. αὑτοῦ Κανόνι.» Ὅρα, τὸν πζʹ. τῆς ϛʹ. καὶ τὸν μηʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὴν ἰχνογραφ. τοῦ ναοῦ.
ΚΑΝΩΝ ΚΑʹ. Περὶ τῶν γυναικῶν τῶν ἐκπορνευουσῶν καὶ ἀναιρουσῶν τὰ γεννώμενα, καὶ σπουδαζουσῶν φθόρια ποιεῖν, ὁ μὲν πρότερος ὅρος μέχρις ἐξόδου ἐκώλυσε, καὶ τούτῳ συντίθενται. Φιλανθρωπότερον δέ τι εὑρόντες, ὡρίσαμεν δεκαετῆ χρόνον, κατὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὡρισμένους.
Ἑρμηνεία. Ὅσαι γυναῖκες κρυφίως μὲν πορνεύσουν μέ τινας καὶ συλλαμβάνουσι, θανατώνουσι δὲ τὰ ἔμβρυα μέσα εἰς τὴν κοιλίαν των, ἢ σηκόνουσι βάρη ὑπὲρ τὴν δύναμίν των, ἢ πίνουσι φάρμακά τινα φθαρτικὰ τῶν ἐμβρύων, αὗται, λέγω, ἀπὸ ἄλλον μὲν Κανόνα πρότερον ἀπὸ τὸν παρόντα, ἕως εἰς τὸν θάνατον αὐτῶν ἐμποδίζονται νὰ μὴ μεταλαμβάνουν, ἀπὸ δὲ τὸν παρόντα Κανόνα, τὸν ὁποῖον συγκαταβατικώτερον ἐδιώρισαν οἱ τῆς παρούσης Συνόδου Πατέρες, εἰς δέκα χρόνους κανονίζονται νὰ μὴ μεταλάβουν, ὃ καὶ ὁ βʹ. τοῦ Βασιλείου ἐδιώρισεν. Οἱ δὲ χρόνοι οὗτοι νὰ οἰκονομοῦνται οὕτω, κατὰ τὸν Ζωναρᾶν καὶ τὸν ἀνώνυμον ἑρμηνευτήν. Δύω μὲν χρόνους νὰ προσκλαίουν· τρεῖς νὰ ἀκροῶνται· τέσσαρας νὰ ὑποπίπτουν· ἕνα νὰ στέκωνται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ οὕτω νὰ μεταλαμβάνουν. Ἀνάγνωθι καὶ τὸν ϙαʹ. τῆς ϛʹ. τὸν ξϛʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὴν ἰχνογραφίαν τοῦ ναοῦ.
ΚΑΝΩΝ ΚΒʹ. Περὶ ἑκουσίων φόνων, ὑποπιπτέτωσαν μέν, τοῦ δὲ τελείου ἐν τῷ τέλει τοῦ βίου καταξιούσθωσαν.
Ἑρμηνεία. Ὁ μὲν παρὼν Κανὼν κανονίζει τοὺς θεληματικῶς φονεύσαντας νὰ ὑποπίπτουν μὲν εἰς ὅλην των τὴν ζωήν, νὰ μεταλαμβάνουν δὲ μόνον εἰς τὸ τέλος τῆς ζωῆς των.
Συμφωνία. Ὁ δὲ μέγας Βασίλειος Καν. νϛʹ. εἶς εἴκοσι χρόνους αὐτοὺς κανονίζει, καὶ ἀνάγνωθι εἰς τὸν ξϛʹ. Ἀποστολικόν.
ΚΑΝΩΝ ΚΓʹ. Περὶ ἀκουσίων φόνων, ὁ μὲν πρότερος ὅρος ἐν ἑπταετίᾳ κελεύει τοῦ τελείου μετασχεῖν κατὰ τοὺς ὡρισμένους βαθμούς, ὁ δὲ δεύτερος, τὸν πενταετῆ χρόνον πληρώσει.
Ἑρμηνεία. Τοὺς δὲ στανικῶς φονεύσαντας, διαφόρως ἐκανόνισαν οἱ πρὸ τῆς Συνόδου ταύτης διορισθέντες δύω Κανόνες περὶ αὐτῶν. Ὁ μὲν γὰρ παλαιότερος εἰς ἑπτὰ χρόνους κανονίζει τούτους (ἕνα μὲν εἰς τὸ νὰ προσκλαίουν, δύω δὲ εἰς τὸ νὰ ἀκροῶνται, τρεῖς εἰς τὸ νὰ ὑποπίπτουν, ἐν τῷ ἑβδόμῳ νὰ στέκωνται μὲ τοὺς πιστούς, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μεταλαμβάνουν)· ὁ δὲ μεταγενέστερος Κανὼν εἰς πέντε χρόνους αὐτοὺς κανονίζει. Ὁ δὲ μέγας Βασίλειος ἐν τῷ νζʹ. Κανόνι εἰς δέκα χρόνους αὐτοὺς κανονίζει. Ὅρα καὶ τὸν ξϛʹ. Ἀποστολικόν, καὶ τὴν ἰχνογραφίαν τοῦ ναοῦ.
ΚΑΝΩΝ ΚΔʹ. Οἱ καταμαντευόμενοι, καὶ ταῖς συνηθείαις τῶν ἐθνῶν ἐξακολουθοῦντες, ἢ εἰσάγοντές τινας εἰς τοὺς ἑαυτῶν οἴκους ἐπὶ ἀνευρέσει φαρμακειῶν, ἢ καὶ καθάρσει, ὑπὸ τὸν Κανόνα πιπτέτωσαν τῆς πενταετίας, κατὰ τοὺς βαθμοὺς τοὺς ὡρισμένους. Τρία ἔτη, ὑποπτώσεως, καὶ δύω ἔτη εὐχῆς, χωρὶς προσφορᾶς.
Ἑρμηνεία. Ὁ παρὼν Κανὼν κανονίζει πέντε χρόνους νὰ μὴ μεταλάβουν, ἐκείνους τοὺς Χριστιανούς, ὁποῦ ὄχι μόνον μεταχειρίζονται αὐτοὶ μαντεύματα, καὶ ἀκολουθοῦν τὰς τῶν Ἑλλήνων καὶ ἐθνικῶν συνηθείας, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ἀκόμη ὁποῦ πηγαίνουν εἰς τοὺς μάντεις αὐτούς, καὶ τοὺς φέρουσι μέσα εἰς τὰ ὀσπήτιά των, ἢ διὰ νὰ τοὺς καθαρίσουν ἀπὸ τὰς μαγείας ὁποῦ ἄλλοι τοὺς ἔκαμαν καὶ ἠσθένησαν τυχόν, ἢ ἄλλην ζημίαν ἔπαθον, ἢ διὰ νὰ τοὺς φανερώσουν ποῦ εἶναι κεκρυμμένα τὰ τοιαῦτα μαγικά. Τοὺς δὲ πέντε χρόνους αὐτούς, οὕτως οἰκονομεῖ. Τρεῖς χρόνους μὲν νὰ ὑποπίπτουν, δύο δὲ νὰ στέκωνται μαζὴ μὲ τοὺς πιστούς, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μεταλαμβάνουν.
Ὅρα καὶ τὸν ξαʹ. τῆς ϛʹ.
ΚΑΝΩΝ ΚΕʹ. Μνηστευσάμενός τις κόρην, προσεφθάρη τῇ ἀδελφῇ αὐτῆς, ὡς καὶ ἐπιφορῆσαι αὐτήν, ἔγημε δὲ τὴν μνηστὴν μετὰ ταῦτα, ἡ δὲ φθαρεῖσα ἀπήγξατο. Οἱ συνειδότες ἐκελεύσθησαν ἐν δεκαετίᾳ δεχθῆναι εἰς τοὺς συνεστῶτας, κατὰ τοὺς ὡρισμένους βαθμούς.
Ἑρμηνεία. Ἀνίσως, καθ’ ὑπόθεσιν, τινὰς ἀῤῥαβωνιασθῇ μὲν παρθένον τινά, πρὸ τοῦ δὲ νὰ ὑπανδρευθῇ μὲ αὐτήν, ἔφθειρε τὴν ἀδελφὴν τῆς ἀῤῥαβωνιαστικῆς του, ὥστε ὁποῦ καὶ τὴν ἐγγάστρωσε (τοῦτο γὰρ δηλοῖ τὸ ἐπιφορῆσαι)· μετὰ ταῦτα δὲ ὑπανδρεύθη μὲν μὲ τὴν ἀῤῥαβωνιαστικήν του, ἡ δὲ φθαρεῖσα καὶ ἐγγαστρωθεῖσα ἀδελφὴ αὐτῆς τοῦτο ἰδοῦσα, καὶ ἀπελπισθεῖσα, ἐκρεμάσθη ἀπὸ τὴν ὑπερβολικήν της λύπην· ἐὰν τοιοῦτο συμβεβηκός, λέγω, ἀκολουθήσῃ, προστάζει ὁ παρὼν Κανών, ὅτι ὅσοι ἤξευραν τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν καὶ ἐσιώπησαν, δέκα χρόνους νὰ κανονίζωνται, οἱ δὲ δέκα χρόνοι οὗτοι νὰ μοιράζωνται εἰς τοὺς τόπους τῶν μετανοούντων κατὰ τάξιν.
Ὅρα ἐνταῦθα, ὅτι μαζὴ μὲ τοὺς ἁμαρτάνοντας, συμπαιδεύονται καὶ ἐκεῖνοι ὁποῦ ἠξεύρουν τὴν ἁμαρτίαν καὶ δὲν τὴν φανερώνουν διὰ νὰ ἐμποδισθῇ, ἀλλὰ τὴν κρύπτουσιν. Ὅσον γὰρ τὸ εἰς αὐτούς, καὶ αὐτοὶ ἔπραξαν τὴν ἁμαρτίαν ταύτην, διὰ τί δυνάμενοι νὰ ἐμποδίσουν καὶ τὸν ἀθέμιτον γάμον αὐτὸν τοῦ εἰς δύω ἀδελφὰς πορνεύσαντος, καὶ τὸν φόνον τῆς κρεμασθείσης, καὶ μὴ ἐμποδίσαντες, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἶναι οἱ τὰ ἄτοπα ταῦτα ποιήσαντες, κατὰ τὸ παροιμιῶδες ἐκεῖνο τὸ λέγον· «Ὁ δυνάμενος κωλύσαι καὶ μὴ κωλύων, αὐτός ἐστιν ὁ ποιῶν.» Δι’ ὃ καὶ ὁ μέγας Βασίλειος ἐν τῷ οαʹ. Κανόνι ὁρίζει εἰς τὸ αὐτὸ ἐπιτίμιον νὰ ὑποβάλλεται τοῦ ἁμαρτήσαντος καὶ ἐκεῖνος, ὁποῦ γνωρίζει τὸ ἁμάρτημά του καὶ δὲν τὸ ὁμολογήσει ἀφ’ ἑαυτοῦ εἰς τοὺς δυναμένους νὰ τὸ ἐμποδίσουν «τί λέγω ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ ἐπιτίμιον; καὶ εἰς μεγαλήτερον ἀκόμη». Ὁ γὰρ οηʹ. Κανὼν τοῦ Βασιλείου διορίζων ἑπτὰ χρόνους νὰ κανονίζεται ὁ δύω ἀδελφὰς λαβὼν εἰς γάμον κατὰ διαφόρους καιρούς, ὁ παρὼν Κανὼν τοὺς ἠξεύροντας τὸ ἁμάρτημα τοῦ φθείροντος τὰς δύω ταύτας ἀδελφὰς δέκα χρόνους κανονίζει.
Αʹ. μέν, διὰ τί ὁ δύω ἀδελφὰς λαβών, ἀναγκάζεται ἀπὸ τὸν τῆς σαρκὸς ἔρωτα νὰ πέσῃ εἰς τὸν ἀθέμιτον γάμον, κατὰ τὸν Βαλσαμῶνα, οἱ δὲ ἠξεύροντες τοῦτο καὶ μὴ ὁμολογήσαντες, τοιοῦτό τι αἴτιον δὲν ἔχουν ὁποῦ νὰ τοὺς ἀναγκάζῃ. Βʹ. δέ, διὰ τί ἐκεῖνος μὲν εἰς ἀθέμιτον μόνον γάμον πίπτει, λαμβάνων τὰς δύω ἀδελφάς, ἐξ αἰτίας δὲ τούτων οὐ μόνον ὁ ἀθέμιτος γάμος ἠκολούθησεν, ἀλλὰ καὶ ἡ πορνεία, καὶ ὁ φόνος τῆς κρεμασθείσης. Ὁ δὲ Νικήτας Ἡρακλείας ἐν τῷ γʹ. αὑτοῦ Κανόνι λέγει, ὅτι, ἐάν τινας λάβῃ γυναῖκα μὲ τελείαν ἱερολογίαν, πρὸ τοῦ δὲ νὰ συνευρεθῇ μὲ αὐτήν, πορνεύῃ μὲ τὴν πενθεράν του, καὶ ἐγγαστρώσῃ αὐτήν, αὐτὸς μὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἱερολογηθεῖσαν γυναῖκά του, ἀπὸ δὲ τὴν πενθεράν του νὰ μακρυνθῇ, ἵνα μὴ ἐκ τῆς θεωρίας αὐτῆς εἰς ἡδονὴν ἕλκεται. Τὸ ἴδιον τοῦτο λέγει καὶ ὁ Νηστευτής. Ὁ δὲ τοιοῦτον ἁμάρτημα ποιήσας εἰς ἓξ χρόνους ἐμποδίζεται ἀπὸ τὰ θεῖα Μυστήρια. Λαμβάνει καὶ ἄλλους διαφόρους Κανόνας, περὶ ὧν ὅρα τὸν τοῦ Νηστευτοῦ ιϛʹ. Κανόνα.
Ἔργον
Κείμενο
Ανοίγει το σχετικό χωρίο σε νέο παράθυρο.