Κεφάλαιο 119

Η ρεύση που συμβαίνει στον ύπνο γίνεται από πολλές αφορμές: από γαστριμαργία, από κενοδοξία και από φθόνο των δαιμόνων. Γίνεται επίσης από την πολλή αγρυπνία, όταν κυριεύεται από τον ύπνο το σώμα, έχοντας το φόβο μήπως το πάθει αυτό. Ή την παραμονή της θείας λειτουργίας αν είναι κανείς ιερέας, ή της θείας Κοινωνίας, όταν ξαπλώσει κανείς με λογισμούς δειλίας, μήπως δηλαδή το πάθει, αποκοιμιέται και το παθαίνει· πράγμα που κι αυτό οφείλεται σε φθόνο των δαιμόνων. Ακόμη, αν δεί κανείς την ημέρα ένα όμορφο πρόσωπο και έπειτα αναπολώντας το νοερά κοιμηθεί με αυτούς τους πορνικούς λογισμούς που από χαυνότητα δεν έδιωξε, το παθαίνει στον ύπνο του· ή και ξύπνιος ίσως, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Συμβαίνει κι αλλιώς· είναι μερικοί σαν και μένα ράθυμοι, που κάθονται και συζητούν για εμπαθή πράγματα, είτε μ’ εμπάθεια, είτε όχι. Πηγαίνοντας έπειτα για ύπνο, ενώ τα κλώθουν στο μυαλό τους και συνομιλούν νοερά μ’ αυτά, κοιμούνται και το παθαίνουν. Ίσως και εκεί που συνομιλούν, ο ένας από τους δύο παθαίνει τη βλάβη. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχομε τους εαυτούς μας πάντοτε και να μελετούμε το λόγο του Ψαλμωδού: «Βλέπω τον Κύριο πάντοτε εμπρός μου, ότι είναι στα δεξιά μου για να μην κλονιστώ», και να κλείνομε τ’ αυτιά μας σε τέτοια λόγια. Πολλές φορές πάλι, μόλις άφησαν την προσευχή μερικοί, ωθήθηκαν σε σαρκικά σκιρτήματα, όπως είπαμε και στο κεφάλαιο περί προσευχής.