Κεφάλαιο 12

Ο νους μας, όντας εικόνα του Θεού, βρίσκεται στην οικεία του κατάσταση όταν μένει στην περιοχή του και δεν κινείται πέρα από την αξία και τη φύση του. Γι’ αυτό κι αγαπά να ερευνά όσο γίνεται τα σχετικά με το Θεό και ζητεί να ενώνεται με Αυτόν, από τον οποίο έλαβε την αρχή και έχει την κίνηση και προς τον οποίο ανατρέχει με τις φυσικές ιδιότητες, και Αυτόν ποθεί να μιμείται στη φιλανθρωπία και την απλότητα. Γι’ αυτό και ο νους, γεννώντας το λόγο, αναδημιουργεί, σαν άλλους ουρανούς, τις ψυχές των ομοφύλων του ανθρώπων και τις κάνει στερεές με την υπομονή των εμπράκτων αρετών. Και τις ζωογονεί με το πνεύμα του στόματός του(Ψαλμ. 32, 6), δίνοντάς τους δύναμη κατά των ολεθρίων παθών. Και έτσι αναδεικνύεται και αυτός δημιουργός της νοητής κτίσεως και του μεγάλου κόσμου, μιμούμενος όπως πρέπει το Θεό του, και ακούει καθαρά από τον ουρανό: «Όποιος αναδεικνύει άξιο τον ανάξιο, θα γίνει σαν στόμα μου»(Ιερ. 15, 19).