Κεφάλαιο 123

Η αποφατική θεολογία δεν αντιμάχεται ούτε αναιρεί την καταφατική, αλλά δείχνει ότι όσα λέγονται περί Θεού καταφατικώς είναι αληθινά και λέγονται ευσεβώς, όμως ο Θεός δεν τα έχει αυτά με το δικό μας τρόπο. Για παράδειγμα, έχει ο Θεός τη γνώση των όντων, έχομε κι εμείς μερικών. Αλλά εμείς τα γνωρίζομε ως αυτά που έγιναν και υπάρχουν, ενώ ο Θεός τα γνωρίζει όχι ως αυτά που έγιναν και υπάρχουν, αφού τα γνώριζε όχι λιγότερο και πριν από τη δημιουργία τους. Εκείνος λοιπόν που λέει ότι ο Θεός δε γνωρίζει τα όντα ως αυτά που υπάρχουν, δεν είναι αντίθετος μ’ εκείνον που λέει ότι γνωρίζει ο Θεός τα όντα, και ενώ υπάρχουν τα γνωρίζει. Υπάρχει και καταφατική θεολογία που έχει δύναμη αποφατικής θεολογίας. Όπως όταν πει κανείς ότι κάθε γνώση λέγεται για κάποιο υποκείμενο, δηλαδή αυτό που γνωρίζομε· η γνώση όμως του Θεού δεν εντοπίζεται για κανένα υποκείμενο. Αυτό θέλει να πει το ότι «ο Θεός δε γνωρίζει τα όντα ως αυτά που υπάρχουν», και «δεν έχει τη γνώση των όντων» —δηλαδή δεν την έχει ίδια μ’ εμάς. Με αυτό τον τρόπο και το ότι δεν υπάρχει ο Θεός λέγεται καθ’ υπεροχή (επειδή ο Θεός υπερβαίνει κάθε ύπαρξη). Εκείνος όμως που το λέει αυτό για να δείξει ότι δεν έχουν δίκιο όσοι λένε ότι ο Θεός υπάρχει, είναι φανερό ότι δεν χρησιμοποιεί την αποφατική θεολογία καθ’ υπεροχή, αλλά κατ’ έλλειψη, σαν να μην υπάρχει δηλαδή καθόλου Θεός, πράγμα που είναι υπερβολική ασέβεια. Αυτό δυστυχώς παθαίνουν εκείνοι που επιχειρούν μέσω της αποφατικής θεολογίας να αναιρέσουν το ότι ο Θεός έχει και ουσία και ενέργεια άκτιστη. Εμείς όμως παραδεχόμαστε και την καταφατική και την αποφατική θεολογία, γιατί η μία δεν αναιρεί την άλλη, αλλά μάλλον στερεωνόμαστε από την κάθε μία στο ευσεβές φρόνημα.