Κεφάλαιο 149
Άλλοτε πάλι, προσπαθώντας με τέχνη να συγκαλύψουν την κακοδοξία τους, και άκτιστο λένε ότι είναι το φως που έλαμψε στο Θαβώρ και ότι είναι ουσία του Θεού, και έτσι βλασφημούν και στην περίπτωση αυτή με πολλούς τρόπους. Επειδή οι Απόστολοι είδαν το φως εκείνο, αυτοί κακώς φρονούν ότι είναι ορατή η ουσία του Θεού. Αλλ’ ας ακούσουν αυτόν που λέει: «Κανένας δεν ανέβηκε σε κάποιο υποστήριγμα ώστε να δει(Ιερ. 23, 28) την ουσία και τη φύση του Θεού και να αποκαλύψει σχετικά». Και όχι μόνον κανένας άνθρωπος, άλλ’ ούτε και Άγγελος. Και αυτά τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, από την υπερβολή της ελλάμψεως που πηγάζει από εκεί, καλύπτουν τα πρόσωπά τους με τα φτερά τους(Ησ. 6, 2). Αφού λοιπόν σε κανένα ουδέποτε δε φανερώθηκε η υπερουσιότητα του Θεού, όταν οι αιρετικοί λένε ότι αυτή είναι εκείνο το φως, μαρτυρούν ότι το φως αυτό είναι ολότελα αθέατο και δεν το είδαν στο Θαβώρ ούτε οι τρείς εξέχοντες Απόστολοι και ούτε ο Κύριος στ’ αλήθεια τους είχε υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Μαρτυρούν ακόμη πως δε λέει αλήθεια ο Πέτρος λέγοντας: «Είδαμε τη λαμπρότητά Του καθώς ήμαστε μαζί Του στο άγιο εκείνο όρος»(Β΄ Πέτρ. 1, 16-18), ούτε ο Ευαγγελιστής που λέει: «Και μένοντας άγρυπνοι ο Πέτρος και οι άλλοι δύο είδαν τη λαμπρότητά Του»(Λουκ. 9, 32), ούτε κάποιος άλλος που είπε ότι ο ξεχωριστά αγαπημένος μαθητής του Χριστού Ιωάννης είδε γυμνή πάνω στο όρος την ίδια τη θεότητα του Λόγου. Είδαν λοιπόν, και είδαν αληθινά την άκτιστη και θεία εκείνη έλλαμψη, ενώ ο Θεός παρέμεινε αόρατος σύμφωνα με την υπερούσια κρυφιότητά Του, κι ας εκραγούν οι αρχηγοί της αιρέσεως και οι ομόφρονές τους.