Κεφάλαιο 18
Θαυμάζω Κύριε, φως ιλαρό θαυμαστής ειρήνης, πρόξενο απόλυτης αναπαύσεως, αγαπητό, εκ φύσεως εξαίσιο, γεμάτο χάριτες συνήθως και μοναδικά χαροποιό, το μόνο που είναι όλο ζωή του νου. Θαυμάζω και απορώ, παντοδύναμε άγιε Κύριε, αν υπάρχει άνθρωπος που όταν Εσύ από άπειρη αγαθότητα τον άγγιξες με το άφατο άγγιγμά Σου, αυτός εξακολουθεί να ζει καθόλου για τον εαυτό του και όχι για σένα τον Υπερούσιο, τη ζωοποιό ζωή και πηγή όλων ανεξαιρέτως των αγαθοτήτων και των καλλονών. Γιατί, αν κάποια γυναίκα, μόνο γιατί σε άγγιξε, και μάλιστα όχι Εσένα αλλά το ένδυμά Σου, Σωτήρα μου, και πάλι όχι όλο το ένδυμα αλλά την άκρη του, και μάλιστα κρυφά κι αυτή, όμως αμέσως ελευθερώθηκε από την τόσο αρρωστημένη ζωή της κι έγινε υγιής ανέλπιστα(Ματθ. 9, 21-22), τι μπορεί κανείς, Βασιλιά μου, να φανταστεί ότι θα πάθει και ποιά ζωή θα ζει και για ποιόν θα τη ζει, εκείνος που Εσύ, Σωτήρα μου, τον άγγιξες με το θεϊκό ανείπωτο άγγιγμά Σου από αγαθότητα και ολοφάνερα, για να δείξεις σ’ αυτόν με τρόπο θαυμαστό το έλεός Σου; Γνωρίζομε ότι άγγιξες το χέρι της πεθεράς του Πέτρου, κι αμέσως έπεσε ο πυρετός της κι έγινε τελείως υγιής και σηκώθηκε και υπηρετούσε με πολλή έκπληξη και προθυμία(Μαρκ. 1, 30-31). Αλλά το άγγιγμα αυτό, πρώτον ότι έγινε μία φορά στη γυναίκα εκείνη, και δεύτερο έγινε εξωτερικά, δηλαδή στο χέρι. Αν λοιπόν εκείνη βρήκε έτσι αμέσως την υγεία της, τι θα γίνει σ’ εκείνους τους οποίους αγγίζεις ανέκφραστα, όχι μία φορά αλλά συνέχεια, νύχτα και μέρα, και μάλιστα όχι εξωτερικά αλλά στο μύχιο ταμείο της καρδιάς, Φιλανθρωπότατε, και τους ενισχύεις ολοφάνερα στα έργα τους και τους παρακινείς στα πρέποντα και τους προσφέρεις μύρια όσα αγαθά και καλά; Πώς λοιπόν, Ύψιστε, αυτοί οι άνθρωποι θα ζήσουν για τον εαυτό τους και όχι μάλλον, όπως είναι εύλογο, εξ ολοκλήρου για Σένα; Ή μάλλον, πώς και μόνο για Σένα αν ζούνε, δε θα νομίζουν τον εαυτό τους ταλαίπωρο και δε θα σκύβουν με ταπείνωση, κρίνοντας ότι είναι ανάξιοι και για την πιο μικρή αμοιβή απέναντι στην τόσο μεγάλη και εξαιρετική προς αυτούς βοήθεια της χάρης Σου; Δόξα Σοι, αληθινά Δοξασμένε, που δοξάζεις τους ταπεινόφρονες, κι αφού τους δοξάσεις τους κάνεις πιό ταπεινούς ακόμη, επειδή είναι χρεώστες Σου για τις πολλές και άπειρες και ανέκφραστες προς αυτούς δωρεές Σου. Και τότε λοιπόν αφού, σαν ταπεινοί που είναι, τους χαρίσεις τη χάρη, βρίσκεσαι ριζωμένος με θαυμαστό τρόπο στην καρδιά τους, καθώς είναι πια δοξασμενοι.
Γιατί Εσύ, η Σοφία του Θεού, είπες φανερά στα βιβλία του Σολομώντα(Σ. Σορ. 24, 12-13 και 16):
«Ρίζωσα μέσα σε λαό δοξασμένο πάνω από κάθε περιγραφή, και γι’ αυτό ανυψώθηκα όπως ο κέδρος στο Λίβανο —στην καρδιά δηλαδή την υψωμένη πολύ πάνω από τα χαμηλά και γήινα-· αφού έφτασα σε θείο ύψος ή όρος – στο ύψος των κατά Θεόν νοημάτων—, άπλωσα σαν τερέβινθος τα κλαδιά μου»· θέλεις με αυτά να πεις ότι «σ’ εκείνους που ρίζωσα με τη χάρη του Πνεύματος, και τα κλαδιά μου είναι όλο δόξα και χάρη». Αυτό είναι πράγματι αληθέστατο, ω Αυτοαλήθεια Κύριε.
Γι’ αυτό και η καθαρή ψυχή που διάλεξε να γίνει νύμφη Σου, επιθύμησε πολύ φρόνιμα και κάθισε κάτω από τη σκιά Σου· κι αμέσως που κάθισε στη σκιά, πιστοποιεί πόσο γλυκός είναι ο καρπός Σου(Άσμα 2, 30, όχι βέβαια από την όψη αλλά από τη γεύση στο στόμα της. Γιατί δεν έρχονται όλοι ανεξαιρέτως στην αίσθηση της γλυκύτητας του Θεού —κάθε άλλο μάλιστα. Όταν λέει: «Σαν τα φυτά της κανέλας και του ασπάλαθου άφησα οσμή αρωμάτων, κι όπως η εκλεκτή σμύρνα σκόρπισα ευωδία»(Σ. Σιρ. 24, 15), δεν το κάνει αυτό για όλους. Αυτό το φανερώνει ο Παύλος λέγοντας ότι αυτός ο ίδιος, σε άλλους έγινε οσμή ζωής που οδηγεί στη ζωή και σε άλλους οσμή θανάτου που φέρνει θάνατο(Β΄ Κορ. 2, 16). Ομοίως και η θεία γλυκύτητα και, αν θέλεις να πω, και η δόξα του Θεού που φαίνεται μαζί με αυτήν, δε γίνεται σε όλους, αλλά σε μερικούς που έχουν νοερές αισθήσεις. Σ’ εκείνους δηλαδή που ασκούν την ησυχία και πέτυχαν με τη θεία εύνοια τη μετοχή του ζωοποιού και φωτιστικού Πνεύματος, και γενικά στους καθαρούς στην καρδιά, όσο είναι δυνατό. Γιατί, όπως είναι εύλογο, θα ήταν πολύ, βίος θορυβώδης και ακάθαρτος και χωρίς φανερή μετοχή του Πνεύματος, να δεχτεί δόξα Θεού και μάλιστα την ευωδία και τη γλυκύτητά Του με αίσθηση ψυχής. Αλλά αυτό δε γίνεται, δε γίνεται. Γι’ αυτό χρειάζεται αποφυγή του κόσμου και κατ’ ακολουθίαν μόνωση και ησυχία και εγκλεισμός και η πρέπουσα ενάρετη ζωή και νήψη και προσευχή με προσοχή και όλα όσα ταιριάζουν σε όσους μετανοούν πραγματικά, για να δοθεί κάπως τόπος στην ανυπέρβλητη αγαθότητα της θείας ευσπλαχνίας και να κλίνει φιλάνθρωπα, ανάλογα με την επιθυμία της, και να κατοικήσει στην ψυχή που τη ζητά με πόνο, και να γίνει το θαυμάσιο έλεος, ο Θεός δηλαδή —τι χάρη!— ενωμένος με την ψυχή σ’ ένα πνεύμα ριζωμένο στο βάθος της καρδιάς, που καταλάμπει από κει ξενότροπα και δένει κορμό και ψηλώνει πολύ κι απλώνει τα κλαδιά του νου και καρποφορεί όσα πνευματικά, δηλαδή αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθότητα, χρηστότητα(Γαλ. 5, 22) και πολλά άλλα αγαθά και καλά, με τα οποία τρέφεται ο μέτοχος της χάρης. Από αυτό κρίνε ορθά, πόσης δόξας, πόσης ευωδίας και γλυκύτητας αίσθηση φέρνουν στο λάρυγγα της ψυχής οι καθαροί καρποί του ζωοποιού και φωτιστικού Πνεύματος. Για τούτο είναι πράγματι μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά από την κατοχή των αρετών, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό(Ματθ. 5, 8)· στη μέλλουσα ζωή περισσότερο και καθαρότερα, ενώ τώρα σαν αρραβώνα, όπως λένε οι Γραφές. Σύμφωνα με αυτές, όχι μόνο βλέπουν και θα δουν, αλλά και θα «πάθουν» καταλλήλως τα υπερφυσικά, όπως και τώρα τους συμβαίνει εν μέρει και τα απολαμβάνουν εν Χριστώ.