Κεφάλαιο 40
Όπως εκείνοι που ασκούν την ησυχία, βγαίνουν κάποτε από το κελί τους, και γνωρίζουν εκ πείρας τη διαφορά του εγκλεισμού στο κελί από την έξοδο, έτσι κι όσοι έζησαν τη σιωπή που λέμε κι αρχίζουν πάλι να μιλούν. Εκείνοι δηλαδή που επιμένουν να θεωρούν τη δόξα του Θεού, γνωρίζουν σε ποια κατάσταση όταν είναι τους κυριεύει η σιωπή φυσικά κι όχι προαιρετικά, και σε ποιά κατάσταση είναι όταν κλίνουν στην ομιλία. Και βέβαια όταν τους κυριέψει η σιωπή, εύχονται να μην είχαν ανοίξει ποτέ το στόμα τους, αλλά να μένουν στην κατάσταση αυτή. Τότε είναι άλλοι επίγειοι άγγελοι και ενώνονται με την αλήθεια ενιαία, χωρίς μορφή, χωρίς όραση, χωρίς σχήμα και γενικά με αμετακίνητες ενατενίσεις του νου, έχοντας μαζί τους μόνο την έκπληξη και το θαυμασμό, χωρίς να νοούν τίποτε, ή μάλλον βλέποντας χωρίς όραση τις άναρχες και θείες ελλάμψεις. Όταν ο νους κατεβεί από εκεί, ως μεταβλητός, καταλήγουν στο λόγο και στις νοερές μεταβάσεις σε πολλά και ποικίλα. Και για να επανέλθει πάλι η κατάσταση της σιωπής, επειδή είναι πολύ καλύτερη από το λόγο, ασπάζονται την ησυχία και φυλάγουν τις αισθήσεις από τα αισθητά και χρησιμοποιούν κάθε μέσο, ώστε να ξεφύγουν μαζί με το λόγο και αυτή τη νόηση, για να μπορούν κι αυτοί να λένε μαζί με το Δαβίδ: «Έγινα κωφός και ταπεινώθηκα και σιώπησα ακόμη και για αγαθά». Γιατί βέβαια, και αγαθά να λέει κανείς, είναι κατώτερο από την έλλογη σιγή.