Κεφάλαιο 43
Επειδή η μεταξύ Θεού και νου πνευματική συνάφεια γίνεται πάνω από τη νόηση, γι’ αυτό λέγεται τότε ότι ο νους είναι πάνω από τη φυση του, φανταζόμενος απόλυτα το υπερφυσικό απόκρυφο Ένα με νοερή αίσθηση. Αυτό όμως που πάσχει τότε ο νους είναι σύμφωνο με τη φύση του, η οποία έχει καθαρθεί με τη χάρη. Γιατί ό,τι είναι για το μάτι να βλέπει, αυτό είναι για το νου το να νοεί. Εκείνος λοιπόν που βλέπει μέσα στο σκοτάδι, δε βλέπει τίποτε, βλέπει όμως σαν ένα όλο εκείνο το σκότος, και βλέπει ότι δε βλέπει. Γιατί αν είχε σκεπασμένα τα μάτια του, ίσως και να νόμιζε ότι υπάρχει φως και κάποια πράγματα γύρω του. Τώρα όμως βλέποντας, βλέπει καθαρά ότι δε βλέπει. Και το να εισδύσει η οπτική του δύναμη μέσα στο σκότος και να δει τα κρυμμένα, αυτό υπερβαίνει τη φύση του ματιού, όχι όμως και το να βλέπει ότι δε βλέπει. Έτσι λοιπόν και όταν πρόκειται για το νου· όταν υψωθεί στη θεία αποκρυφιότητα και φτάσει πέρα από τη νόηση, δε βλέπει τίποτε —από που να δει;— εντούτοις βλέπει ότι δε βλέπει, και ότι εκείνο που δε βλέπει είναι Ένα, κρυμμένο σε κάποιο γνόφο, από το οποίο Ένα προέρχεται οποιοδήποτε ον, ή βλεπόμενο ή νοούμενο, είτε συναριθμείται με την κτίση είτε είναι αιώνιο και άκτιστο. Και αν δεν έβλεπε, δε θα έβλεπε βέβαια τον εαυτό του να υπερεκτείνεται πέρα από τον εαυτό του. Τώρα όμως θεωρώντας, θεωρεί ολοκάθαρα ότι δε θεωρεί, γιατί είναι πάνω από το θεωρείν, και ότι είναι αδύνατο να θεωρείται Εκείνο που θεωρεί. Το να εισδύσει μέσα στη θεία και υπέρλογη ενική απλή αποκρυφιότητα και να θεωρήσει, αυτό υπερβαίνει τη φύση του νου· το να ατενίσει όμως στο θείο γνόφο εκείνης της αποκρυφιότητας και να φαντασιωθεί την άρρητη Μονάδα, η οποία βρίσκεται πάνω απ’ όλα μέσα σε ανεκλάλητο μυστήριο, και να θεωρήσει ότι δε θεωρεί τίποτε μέσα στο θείο γνόφο, αυτό είναι οπωσδήποτε ιδίωμα καθαρού νου που θεωρεί με τη χάρη του Πνεύματος. Γιατί δεν έχει σφαλισμένη και αργή τη νοερή όραση ο νους όταν θεωρεί ότι δε θεωρεί τίποτε, παρά το θείο και απλό Ένα στην αποκρυφιότητα· τούτο θα ήταν σημείο αμάθειας. Αλλά όταν θεωρήσει καθαρότερα, τότε υψώνεται στο υπέρ νουν και τότε θεωρεί την αβλεψία του, όταν θεωρεί μέσα στην αποκρυφιότητα του απλούστατου Ενός. Αν και βέβαια, ότι είναι Ένα αυτό από το οποίο προήλθαν τα πάντα και ότι είναι κρυφό, αυτό το θεωρεί πολύ καθαρά· τι όμως είναι, δε θεωρεί. Γι’ αυτό λέμε τότε ότι ο νους βρίσκεται πάνω από τη φύση του, όσο ατενίζει στην απλούστατη αποκρυφιότητα του Θεού· αυτό όμως είναι σύμφωνο με τη φύση του νου όταν έχει γίνει καθαρός.
Και μπορούμε να πούμε ότι είναι στη φύση του νου να υπερβαίνει τη φύση θεωρώντας χωρίς να βλέπει, δηλαδή χωρίς να νοεί, τη θεία και παναπλούστατη και υπέρ νουν ενική αποκρυφιότητα.
Τότε δεν έχει οποιαδήποτε αντίληψη και γνώση παρά μόνο του Ενός, το οποίο δε βγαίνει από τον εαυτό Του. Κι όταν φτάσει εκεί με νοερή κίνηση, καταλήγει στη στάση και την παύση. Δε λέω στάση από το να θεωρεί, γιατί αυτό είναι μανιώδες πάθος, αλλά εννοώ στάση και παύση από το να μεταβαίνει από νόημα σε άλλο νόημα ή θεωρία. Γιατί βέβαια ο νους, όταν υψωθεί εκεί, επειδή πέφτει στο βυθό του απείρου και απεριορίστου, τον ολόφωτο από νοερό φως, συναντώντας την αχώρητη εκείνη και απερίβλεπτη, να πω έτσι, θεία αποκρυφιότητα, χάνεται και σταματά και δεν πάσχει τίποτε άλλο, παρά μια έκσταση μέσα σε νοερή φαιδρότητα. Και αν και δεν μετακινείται, όμως δέχεται την ενέργεια του νοερού φωτισμού ατενίζοντας ασάλευτα μέσα στην υπερούσια αποκρυφιότητα με τρόπο ενικό και μονοειδή και απορεί για την απρόσιτη εσωτερικότητα της ανεκφοίτητης φεγγοβολής και λαμπρύνεται από αυτή. Αν όμως ήταν αργός από το να θεωρεί, πώς θα έπασχε την έκσταση και τη λαμπρότητα; Το ότι στέκεται ο νους όταν φτάσει εκεί, λέγεται με αυτό το νόημα· ότι είναι αμετακίνητος θεωρώντας το Ένα και με τη λάμψη του Ενός αλλοιώνεται και χαίρεται και λαμπρύνεται και στέκεται χωρίς να κινείται. Δε σημαίνει δηλαδή ότι αποκρούει, κλείνοντας τα μάτια, την απόλαυση της θεωρίας Του. Αυτό το πάθος πρέπει να αποφεύγεται και να μην επαινείται και είναι γεμάτο από σκότος άγνοιας, το να μη θεωρεί δηλαδή διόλου. Η στάση του νου που είπαμε, γίνεται με απρόσιτη έλλαμψη του φωτός και είναι θεωρία που δε ζητεί μετάβαση, αλλά παύση και στάση. Γιατί είναι άπειρο εκείνο το υπερφυσικό και κρύφιο και μυστηριώδες υπερούσιο Ένα και ασύλληπτο από κάθε νου. Και δεν επιτρέπει στο νου που το θεωρεί, να θεωρεί πουθενά άλλου, στο βαθμό βέβαια που έγινε μέτοχος της καθάρσεως που του αρμόζει και της θείας βοήθειας. Και ο νους δεν ξεπέφτει αλλιώς από τη θεία αυτή θεωρία και υπέρκαλλη λαμπρότητα και απειρία, παρά αν παρασυρθεί ή από αντίθετη έλξη κάποιου πράγματος ή πάθους, ή εξαιτίας της φυσικής μεταβλητότητας από την οποία πάσχει.