Κεφάλαιο 49
Ο φόβος, όταν ενωθεί με την ψυχή, την κάνει να εγκυμονεί με τη μετάνοια το λόγο της Κρίσεως, οπότε την περικυκλώνουν αμέσως οι ωδίνες των κολάσεων του άδη και την κατατυραννούν στεναγμοί και πόνοι και σφίξιμο της καρδίας, καθώς συλλογίζεται τη μέλλουσα ανταπόδοση των κακών πράξεων. Κατόπιν, αφού με πολλά δάκρυα και πόνους αναπτύξει μέσα στην κοιλία της διάνοιάς της το πνεύμα σωτήριας που συνέλαβε, το γέννα στη γη της καρδίας της.
Και, ελευθερωμένη από τις ωδίνες του άδη και απαλλαγμένη από τους στεναγμούς της κρίσεως, την κυριεύει πόθος και χαρά των μελλόντων αγαθών και την προϋπαντά η αγαπητή αγνεία μαζί με τη σωφροσύνη, που με τον θείο έρωτα την ενώνει με το Θεό. Όταν ενωθεί η ψυχή με το Θεό, αισθάνεται μια ανέκφραστη ηδονή, ώστε ν’ αφήνει να ρέουν με ηδονή και γλυκύτητα τα δάκρυα της κατανύξεως, να αποξενώνεται από την παγκόσμια αίσθηση, να τρέχει σαν εκστατική πίσω από τον Νυμφίο και να φωνάζει με φωνές αλάλητες: «Θα τρέξω πίσω σου ακολουθώντας την ευωδία των μύρων σου. Πες μου εσύ, που σ’ αγάπησα μ’ όλη τη διάθεσή μου, πού βόσκεις τα πρόβατα σου;
Πού τα αναπαύεις; Σε μεσημέρι καθαρής θεωρίας; Πες μου, μήπως βρεθώ κι εγώ στο ποίμνιο των δικαίων. Εσύ παρέχεις ελλάμψεις μυστηρίων μεγάλων.». Αυτήν, αφού ο Νυμφίος την οδηγήσει στο θάλαμο των κρυπτών μυστηρίων Του, την κάνει άξια να θεωρεί με σοφία τους λόγους της κτίσεως.