Κεφάλαιο 5
Εκείνοι που ζουν σαρκικά και κυριαρχούνται από το φρόνημα της σάρκας και είναι ολότελα σάρκες, δεν μπορούν να αρέσουν στο Θεό. Είναι σκοτεινοί στα φρονήματα και τελείως αμέτοχοι των ακτίνων του θείου φωτός, γιατί καλύπτονται από τα νέφη των παθών, που σαν ψηλά τείχη εμποδίζουν τις ακτίνες του Πνεύματος, κι έτσι μένουν αφώτιστοι. Επειδή είναι ανάπηρες οι αισθήσεις των ψυχών τους, δεν μπορούν να ανυψωθούν προς τα νοητά κάλλη του Θεού και να δουν το φως της όντως αληθινής ζωής και να υψωθούν πάνω από την ταπεινότητα των ορατών. Αλλά σαν να έγιναν κατά κάποιο τρόπο κτήνη, διατηρώντας μόνο την αίσθηση του κόσμου, δεσμεύουν το αξίωμα του λογικού στα αισθητά και ανθρώπινα πράγματα. Και αφιερώνουν όλες τις δυνάμεις τους για τα ορατά και μάχονται γι’ αυτά μεταξύ τους, ώστε κάποτε δίνουν γι’ αυτά και τη ζωή τους· είναι προσηλωμένοι στα χρήματα, στη δόξα και στις ηδονές της σάρκας, και όταν δεν τα πετυχαίνουν, το θεωρούν μεγάλη ζημία. Προς αυτούς απευθύνεται εύλογα εκείνος ο προφητικός λόγος εκ μέρους του Θεού: «Δε θα μείνει το πνεύμα μου στους ανθρώπους τούτους, γιατί αυτοί είναι σάρκες».