Κεφάλαιο 42
Ο Κύριος φανέρωσε τη σοφία με τον τρόπο της θεραπείας, με το να γίνει άνθρωπος χωρίς μετατροπή ή την οποιαδήποτε αλλοίωση. Την ισότητα της δικαιοσύνης την έδειξε με το μέγεθος της συγκαταβάσεως, παίρνοντας επάνω Του θεληματικά την καταδίκη, στην οποία υπόκεται η επιδεκτική παθημάτων ανθρώπινη φύση, και κάνοντάς την όπλο για την εξάλειψη της αμαρτίας και του θανάτου που προήλθε απ’ αυτήν, δηλαδή της ηδονής και της οδύνης που προήλθε απ’ αυτήν.
Μέσα στην παθητότητα υπήρχε η δύναμη της αμαρτίας και του θανάτου και η τυραννία της αμαρτίας μέσω της ηδονής και η εξουσία του θανάτου μέσω της οδύνης. Γιατί είναι φανερό ότι στην παθητότητα της φύσεως υπάρχει η δύναμη της ηδονής και της οδύνης. Όταν δηλαδή επιτείνεται η φυσική τιμωρία με την οδύνη, τότε φροντίζομε να παρηγορούμε κάπως τη φύση με την ηδονή. Γιατί θέλοντας να αποφύγομε την αίσθηση της οδύνης, καταφεύγομε στην ηδονή, επιχειρώντας να παρηγορήσομε τη φύση που ενοχλείται από την κάκωση της οδύνης. Φροντίζοντας όμως ν’ αμβλύνομε με την ηδονή τα κινήματα της οδύνης, απλώς κάνομε το χρέος μας μεγαλύτερο, μη μπορώντας να έχομε την ηδονή ελεύθερη από οδύνη και πόνους.