Κεφάλαιο 58
Ας διδαχτούμε με παραδείγματα πώς χάνεται ο άνθρωπος με τη θέλησή του. Από αγάπη δηλαδή κάποιου κοσμικού πράγματος και στη φωτιά ρίχνεται, και στη θάλασσα βυθίζεται, και στην αιχμαλωσία δίνει τον εαυτό του. Ας υποθέσομε ότι πιάνει φωτιά ο αγρός ή το σπίτι κάποιου.
Εκείνος λοιπόν που θέλει να σώσει τον εαυτό του, μόλις αντιληφθεί την πυρκαγιά, φεύγει γυμνός, αφήνοντάς τα όλα και μόνο για τη ζωή του φροντίζει. Άλλος όμως που σκέφτηκε να πάρει και μερικά σκεύη από το σπίτι, έμεινε· και ενώ μάζευε τα σκεύη του, η φωτιά απλώθηκε σ’ όλο το σπίτι, περικύκλωσε και αυτόν και τον έκαψε. Βλέπεις, πώς με τη θέλησή του, από αγάπη σε κάτι πρόσκαιρο, το οποίο αγάπησε παραπάνω από τον εαυτό του, χάθηκε από τη φωτιά; Άλλοι πάλι έτυχαν σε ναυάγιο. Εκείνος που θέλει να σώσει τον εαυτό του, γδύνεται και πέφτει γυμνός στο νερό, και έτσι καταφέρνει να σώσει τη ζωή του. Άλλος όμως που θέλησε να σώσει και κάτι από τα ρούχα του, καταποντίσθηκε μέσα στα νερά, και για μικρό κέρδος —τι συμφορά!— χάθηκε. Και πάλι, ας υποθέσομε ότι ήρθε είδηση για έφοδο εχθρών· ένας μόλις το άκουσε, το έβαλε στα πόδια όπως βρισκόταν, και έφυγε χωρίς να φροντίσει για κανένα από τα πράγματά του, ενώ άλλος δεν το πολυπίστεψε, ή θέλησε να πάρει μαζί του και μερικά πράγματα, και αφού καθυστέρησε, πιάστηκε από τους εχθρούς. Βλέπεις ότι με τη θέλησή του κανείς, από αμέλεια ή προσήλωση σε κάτι κοσμικό, χάνει και το σώμα και την ψυχή;