Κεφάλαιο 6
Πρώτη πύλη που εισάγει στη νοητή Ιερουσαλήμ, δηλαδή στην προσοχή του νου, είναι η κατά γνώση σιωπή του στόματος, έστω και αν ο νους δεν ησυχάζει ακόμη. Δεύτερη πύλη είναι η με μέτρο εγκράτεια από φαγητά και ποτά. Τρίτη, η αδιάλειπτη μνήμη του θανάτου, η οποία αγνίζει το νου και το σώμα. Αυτής την ωραιότητα όταν αντίκρυσα, όχι με τα μάτια, αλλά με το πνεύμα, πληγώθηκα από την αγαλλίαση και θέλησα να την πάρω σύζυγο για όλη μου τη ζωή, γιατί ερωτεύθηκα την ομορφιά και τη σεμνότητά της. Είδα πόσο ταπεινή είναι, πως είναι γεμάτη χαρμολύπη, σκεπτική, γεμάτη φόβο για τη μέλλουσα δίκαιη κρίση, πως φοβάται τις φροντίδες του βίου. Και από μεν τα μάτια του σώματος σταλάζει νερό ζωοπάροχο και ιαματικό, από δε τα μάτια του νου αναβρύει πηγή σοφοτάτων εννοιών, η οποία, όπως αναβλύζει και αναπηδά, ευφραίνει τη διάνοια. Αυτή λοιπόν, όπως είπα, την κόρη του Αδάμ, εννοώ τη μνήμη του θανάτου, διψούσα πάντοτε να την πάρω συζυγό μου και με αυτή να κοιμούμαι, με αυτή να μιλάω και να συζητώ τι μέλλει να γίνει μετά την απόθεση του σώματος. Δεν με άφησε όμως πολλές φορές η σιχαμερή λησμοσύνη, η σκοτεινή θυγατέρα του διαβόλου.