Κεφάλαιο 100

Αν το λογικό είναι κανόνας και μέτρο των όντων, ταυτόσημο με την αλογία και γι’ αυτό παράλογο είναι να κινείται κανείς έξω από τον κανόνα και το μέτρο ή πάνω από τον κανόνα και το μέτρο. Γιατί τα δύο εξίσου, σ’ όσους κινούνται έτσι, προκαλούν την έκπτωση από το απόλυτο Όν.

Το δεύτερο τους πείθει να κάνουν την πορεία τους αβέβαιη και όχι συγκεκριμένη και να μην έχει, εξαιτίας της αμετρίας του νου τους, σκοπό της το Θεό σαν τέλος που το καθόρισαν εκ των προτέρων, γιατί επινοούν κάτι καλύτερο τάχα από το καλό. Το άλλο τους πείθει να κάνουν την πορεία τους έξω από το σκοπό προς μόνη την αίσθηση, από χαλαρότητα του νου τους, και να θεωρούν ως τέλος προκαθορισμένο εκείνο που περιορίζεται στην αίσθησή τους. Αυτό το αγνοεί, επειδή δεν το πάσχει, όποιος είναι ενωμένος μόνο με το λόγο της αρετής και έχει περιχαρακώσει μ’ αυτόν όλη την κίνηση της νοερής του δυνάμεως και γι’ αυτό δεν μπορεί να διανοηθεί τίποτε πάνω από το λογικό ή έξω από το λογικό.