Κεφάλαιο 68

Αν το νοερό κινείται νοερά, ανάλογα δηλαδή με τον εαυτό του, οπωσδήποτε και νοεί. Και αν νοεί, οπωσδήποτε και αγαπά αυτό που νόησε. Κι αν αγαπά, πάσχει οπωσδήποτε και την έκσταση προς αυτό το εραστό. Κι αν πάσχει, είναι φανερό ότι και σπεύδει. Κι αν σπεύδει, οπωσδήποτε και δυναμώνει τη σφοδρότητα της κινήσεώς του. Κι αν δυναμώνει με σφοδρότητα την κίνηση, δε σταματά μέχρις ότου βρεθεί όλο μέσα σ’ όλο το εραστό και περιληφθεί όλο σε όλο εκείνο θεληματικά και δεχτεί αυτοπροαίρετα αυτόν το σωτήριο περιορισμό, για να γίνει όλο της ίδιας ποιότητας με όλο εκείνο που το περιορίζει, ώστε στο εξής να μη θέλει διόλου να μπορεί να γνωρίζεται το ίδιο από τον εαυτό του, αλλά από εκείνο που το περιορίζει: όπως ο αέρας γίνεται τελείως φωτεινός από το φως, και το σίδερο όλο γίνεται τελείως πυρακτωμένο από τη φωτιά, κι όπως και σ’ άλλα παρόμοια παραδείγματα συμβαίνει.