Κεφάλαιο 76

Λέει ο Σολομών: «Όταν βρίσκεσαι εμπρός στο πρόσωπο του Θεού, μη σπεύσεις να πεις τίποτε.

Γιατί ο Θεός είναι στον ουρανό άνω και συ στη γη κάτω»(Εκκλ. 5, 1). Έτσι με πολλή σαφήνεια και ευστοχία σου φανερώνει ποιος είναι ο καιρός να σωπαίνεις(Εκκλ. 3, 7). Δηλαδή σου λέει κατευθείαν όταν εσύ που είσαι στη γη κάτω, φτάσεις εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου που είναι στον ουρανό άνω, κι όταν έχεις αξιωθεί τέτοια χάρη, ώστε εσύ ο κάτω να φρονείς και να παρατηρείς και να βλέπεις τα άνω και να στέκεσαι εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, μη σπεύσεις να πεις τίποτε. Γιατί τότε είναι καιρός σιγής. Όταν δηλαδή δέχεσαι νοερά την ενέργεια της αλήθειας με τρόπο ενοειδή και θεοειδή —γιατί αυτό σημαίνει το να είσαι εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, όταν τα γύρω από το Θεό ευρισκόμενα πολλά τα θεωρεί ο νους μονοειδώς με απλή και ενιαία ενατένιση μέσα στο Θεό—, μη θέλεις λοιπόν, όταν στέκεσαι εμπρός στο πρόσωπο του Θεού, να σπεύσεις να αρθρώσεις λέξη. Διαφορετικά, σπεύδεις από άγνοια να υποβιβάσεις τον εαυτό σου και να κατεβείς πιο κάτω. Ίσως όμως πρέπει να εξηγήσομε την έννοια του ρητού αυτού και ως εξής.

Ήταν εποχή που η ανθρώπινη φύση ήταν απαθής και φυσικά μακριά από κάθε κακό, κοντά στο Θεό· θεωρούσε το Θεό και απολάμβανε με ηδονή και θαυμασμό τη δόξα του κάλλους του προσώπου Του, στο πρόσωπο του προπάτορά μας Αδάμ, ως τρυφή άυλη, νοερή, ουράνια, άφθαρτη.

Πολλή χάρη έλουζε την ψυχή του πρώτου ανθρώπου και πολλές γνωστικές θεωρίες και ανατάσεις προς το Θεό πλημμύριζαν το θεόμορφο νου του, και μέσα στον αισθητό παράδεισο απολάμβανε το νοητό παράδεισο και, για να πω έτσι, τη μακάρια ζωή, ενωμένος αληθινά με τον εαυτό του και με το Θεό, μένοντας μέσα στον εαυτό του και μέσα στο Θεό όπως είναι φυσικό, πιασμένος με την ενοειδή και αληθινά θεοειδή κατάσταση, και πολύ φυσικά, αφού είχε γίνει κατ’ εικόνα Θεού. Αλλά αυτά ήταν οπωσδήποτε για μας —για να πούμε με συντομία— τα αγαθά από το Θεό. Στον εχθρό όμως της ευδαιμονίας και της δόξας μας, τον μιαρό δαίμονα, χτυπημένο από το φθόνο, αυτό ήταν ανυπόφορο. Και πώς να μην είναι; Αυτός λοιπόν ο πανόλεθρος έκανε πολλά για να εξαπατά και να απομακρύνει την ελπίδα μας με δήθεν αγαθές σκέψεις, αναρριπίζοντας την επιθυμία μας για θέωση υψηλότερη από εκείνη που είχαμε, και να διαβάλλει ο πρωτουργός της κακίας την ειλικρίνεια της εντολής του Θεού(Γεν. 3, 4-5). Από αυτή την απάτη πάθαμε την ελεεινή καταστροφή και γίναμε εξόριστοι του Θεού και της θείας τρυφής(Γεν. 3, 23-24). Ξεπέσαμε ελεεινά από την ενοειδή και νοερή πνευματική ζωή και από τη δυνατότητα να θεωρούμε το πρόσωπο του Θεού και να λαμπρυνόμαστε καθώς θα μας αλλοίωνε η ακτίνα του θείου κάλλους, και βρεθήκαμε —όπως δεν έπρεπε— χωρισμένοι και κομματιασμένοι σε πολλά, να χαιρόμαστε αταίριαστα με την κομματιασμένη ζωή και τις ετερότητές της. Φτάσαμε μάλιστα, αντί να πιστεύομε στη μόνη τρισυπόστατη Θεότητα, να δημιουργήσομε πολλούς και διάφορους θεούς, που δεν ήταν πραγματικοί θεοί αλλά απατηλοί και ολέθριοι και εχθρικοί δαίμονες. Χάσαμε το κυριαρχικό Ένα και την ενιαία ζωή και κατάσταση και σχιστήκαμε σε πολλά και διάφορα, και η νοερή ισχύς και έντασή μας ή μάλλον ανάταση, για να πω το καταλληλότερο, χάθηκε όχι άδικα και φτάσαμε σε βάθος όχι λίγου κακού και, εμείς οι εικόνες του Θεού και άξιοι της άνω και ουράνιας ζωής, διαλέξαμε ανόητα να φρονούμε τα κάτω. Αλλά επειδή ο άνθρωπος δεν είναι αμετάβλητος ούτε αμετακίνητος, είναι δυνατό πάντως, κι αυτό εύλογα, όπως από την πάμπολλη εκείνη δόξα κατολισθήσαμε θλιβερά στην κατώτατη αδοξία, έτσι να ξαναγυρίσομε πίσω, να σηκώσομε το κεφάλι και να ξαναδούμε το πανσέβαστο πρόσωπο του Θεού. Όχι βέβαια από τόσο κοντά όπως πριν, αλλά από πιο μακριά και να δούμε και να δεχτούμε τη λαμπρότητα του κάλλους Του. Γιατί βέβαια και ο ιερότατος Μωυσής και όλοι οι Προφήτες και οι πριν από αυτούς, ο Αβραάμ δηλαδή και οι όμοιοί του, είδαν, όσο είναι εφικτό, αυτό το κάλλος, και μάλιστα πολύ ευκρινώς, και απόλαυσαν επαρκώς τη λαμπρότητά του και εξεπλάγησαν από την απρόσιτη δόξα του. Και άλλοι από αυτούς ελεεινολόγησαν τον εαυτό τους(Ησ. 6, 5)· άλλοι θεώρησαν και χαρακτήρισαν τον εαυτό τους χώμα και στάχτη(Γεν. 18, 27)· άλλοι ούτε να μιλήσουν δεν μπόρεσαν από την υπερβολή της δόξας εκείνου που είδαν, και κατηγόρησαν τον εαυτό τους ως ισχνόφωνο και βραδύγλωσσο(Εξ. 4, 10)· και άλλοι άλλα πλείστα και μακάρια έπαθαν μακαρίως. Γι’ αυτό ο θεσπέσιος Δαβίδ, επιθυμώντας τη λαμπρότητα του κάλλους του προσώπου του Κυρίου, αναφωνεί θρηνητικά προς το Θεό: «Πότε θα φτάσω και θα παρουσιαστώ εμπρός στο πρόσωπο του Θεού μου;»(Ψαλμ. 41, 3). Και αλλού, θέλοντας να δείξει την κατάσταση της ψυχής που είδε το πρόσωπο του Κυρίου, λέει: «Οι ευθείς θα κατοικήσουν μαζί με το πρόσωπό Σου»(Ψαλμ. 139, 14). Θέλοντας πάλι με φρόνηση να δείξει την ισχύ που παρέχει στην ψυχή το πρόσωπο του Θεού όταν αυτή το θεωρεί, λέει: «Γύρισες αλλού το πρόσωπό Σου και ταράχθηκα»(Ψαλμ. 29, 8). Αν με την αποστροφή του θείου προσώπου επέρχεται ταραχή, άρα με την παρουσία Του και το κοίταγμά Του έρχεται πνευματική ειρήνη στην ψυχή, που είναι τόσο μεγάλο δώρο, ώστε κατατάσσεται μετά τη θεία αγάπη και τη χαρά στα χαρίσματα ή καρπούς του Αγίου Πνεύματος(Γαλ. 5, 22). Ακόμη, ο Δαβίδ δείχνει εκείνους που ζουν με αγιότητα και οσιότητα, να πορεύονται με το φως του προσώπου του Κυρίου, λέγοντας: «Με το φως του προσώπου Σου θα πορευθούν και στο όνομά Σου θα αναγαλλιάσουν όλη την ημέρα»(Ψαλμ. 88, 16-17)· εννοεί την πνευματική ημέρα, κατά την οποία ο νοητός και άρρητος Ήλιος στέλνει στον εσωτερικό άνθρωπο τις καθαρότατες και ζωοποιές ακτίνες Του και ανατέλλει στο νου η αίσθηση των υπερκοσμίων, καθώς υψώνεται από τη γη και μετατίθεται στον ουρανό όλη η μνήμη της ψυχής. Και ο άνθρωπος χαίρεται και σκιρτά και δίκαια ψάλλει ύμνους και ευφραίνεται με αγαλλίαση και τέρψη και χαρά που δε λέγονται και φαιδρύνεται και λαμπρύνεται με τη λαμπρότητα του προσώπου του Κυρίου. Γι’ αυτό αλλού ο Δαβίδ ικετεύει το Θεό: «Μην αποστρέψεις το πρόσωπό Σου από μένα και γίνω όπως αυτοί που κατεβαίνουν στο λάκκο»(Ψαλμ. 142, 7)· γιατί η αποστροφή του προσώπου του Κυρίου είναι αιτία σκότους, ενώ η στροφή του προσώπου Του σ’ εμάς είναι αιτία κάθε νοερού φωτός, κι επομένως και χαράς πνευματικής. Όπως λέει και για τον εαυτό του ο Δαβίδ: «Αποτυπώθηκε σ’ εμένα το φως του προσώπου Σου, Κύριε», και προσθέτει: «Έδωσες ευφροσύνη στην καρδιά μου»(Ψαλμ. 4, 8)· πάλι δηλαδή μαρτυρεί ότι η πνευματική δωρεά της θείας χάρης ήρθε σ’ αυτόν από το φωτισμό του προσώπου του Κυρίου. Και εξηγώντας ποιοι είναι εκείνοι που στέκονται πλησίον του προσώπου του Κυρίου και ζητούν ικετευτικά την εύνοιά Του, λέει πώς είναι οι νοητά πλούσιοι του λαού του Θεού(Ψαλμ. 44, 13).

Γιατί άγιοι οπωσδήποτε και άνθρωποι του Θεού είναι πολλοί, αλλά δεν είναι δυνατό σε όλους γενικά να βλέπουν το πρόσωπο του Θεού και να ζουν βίο αγγελικό ενώ ζουν ακόμη στη γή· κάθε άλλο μάλιστα. Αυτό το έχουν μόνο εκείνοι που πιστεύουν ότι πρέπει να λατρεύουν το Θείο με θεία σοφία και γνώση και να το προσκυνούν πνευματικά και αληθινά(Ιω. 4, 24). Αυτοί μπορούν εύλογα να ονομαστούν «πλούσιοι του λαού του Θεού», καθώς έχουν φωτιστεί σε πολλά μυστήρια της θεωρίας με μεγάλη σοφία και γνώση, η οποία, κατά τον Παύλο, δεν είναι του καθενός(Α΄ Κορ. 8, 7) αλλά όσων έχουν βάθος και πλούτο θείας και πνευματικής σοφίας και γνώσεως. Γι’ αυτό, όπως είπαμε, λέει ο θαυμάσιος Δαβίδ προς το Θεό: «Το πρόσωπό Σου θα πλησιάσουν ικετευτικά οι πλούσιοι του λαού»(Ψαλμ. 44, 13). Έτσι, γνωρίζοντας αυτά καλύτερα από όλους ο σοφός Σολομών, αφού ήταν γεμάτος από θεία σοφία περισσότερο απ’ όλους, αυτός που διδάσκει πολύ επιτήδεια, λέει: «Μη σπεύσεις να πεις τίποτε εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, γιατί ο Θεός είναι στον ουρανό άνω και συ στη γη κάτω»(Εκκλ. 5, 1). Όταν κατά θεία δωρεά φτάσεις εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου, όταν δηλαδή ανεβεί εκεί η θεωρία του νου με θεία και ενοειδή φαντασία, τότε είναι καιρός σιγής· μη σπεύσεις λοιπόν άστοχα να πεις κάτι από τη συνήθεια, γιατί τότε δεν είναι καιρός ομιλίας(Εκκλ. 3, 7). Γιατί τότε γίνεσαι και συ θεός ενώ βρίσκεσαι ακόμη στη γη, καθώς βλέπεις το πρόσωπο του ουράνιου Θεού όπως οι Άγγελοι, σύμφωνα με το λόγο του Σωτήρα, ότι οι Άγγελοι βλέπουν συνεχώς το πρόσωπο του Πατέρα μας στους ουρανούς(Ματθ. 18, 10). Γι’ αυτό όταν ακούσεις το Σολομώντα να λέει σε άλλο μέρος: «Οι δίκαιοι έχουν φως παντοτινά»(Παροιμ. 13, 9), να σκεφτείς εύλογα ότι αυτό το πάσχουν από την ακτινοβολία του προσώπου του Κυρίου, βλέποντας αγγελοειδώς με τη θεία χάρη το πρόσωπο του Κυρίου παντοτινά, από το οποίο εκχύνεται φως σαν από πηγή. Άλλος άγγελος λοιπόν, για να μην πω θεός, γίνεται και είναι ο άνθρωπος στη γη. Και μάλιστα επανέρχεσαι και στη δωρεά του «κατ’ εικόνα» που δίνει η χάρη του Κυρίου, κι εκείνο που είναι ο Θεός άνω γίνεσαι εσύ στη γη κάτω, δηλαδή θεός. Και δεν εκφράζεις το θαυμάσιο αυτό με λόγια, ούτε με μετάβαση από νόημα σε νόημα και με κίνηση του λογιστικού σου, ώστε να διαιρείσαι νοερά, αλλά προσεγγίζοντας ενιαία και θεωρώντας όπως ο Θεός χωρίς όραση και χωρίς νοερή κίνηση, με απλή και ενιαία ενατένιση, κι εντρυφώντας στην κρυστάλλινη και απρόσιτη λαμπρότητα που εκπέμπεται από το πρόσωπο του Κυρίου. Αυτή λοιπόν είναι η κορυφαία και ζηλευτή στους φρόνιμους κατάσταση του νου προς το Θεό και το άνθος ας πούμε της νοερής καθαρότητας, η ευκταία ενότητα της πίστεως(Εφ. 4, 13), η οποία τελείται με την κοινωνία του Πνεύματος. Αυτός είναι ο ένδοξος καρπός της θείας και θεοποιητικής σοφίας, το θεμέλιο της πνευματικής ειρήνης, το καταφύγιο της πνευματικής χαράς, η πύλη της αγάπης του Θεού, το βλάστημα της ελλάμψεως, η αιτία της ροής από την καρδιά των ακένωτων υδάτων του Πνεύματος, η αληθινή τροφή και τρυφή και αύξηση και αλλοίωση της ψυχής που συμβόλιζε το μάννα, η αρχή της αποκαλύψεως των θείων και αλαλήτων μυστηρίων, το συμπέρασμα της μιας και πρώτης αλήθειας, ο αφανισμός των οποιωνδήποτε λογισμών, η παύση όλων των νοήσεων, η γνώση που υπερβαίνει τη νόηση, η αφορμή της εκπλήξεως, η υπέρλογη μεταβολή και αλλοίωση του νου προς την απλότητα και την με κάθε τρόπο αοριστία, την απειρία και απεριληψία, την απόρριψη κάθε μορφής, σχήματος, ποιοτικού ή ποσοτικού προσδιορισμού, προς το αψηλάφητο και υπερκόσμιο, και γενικά η αποκατάστασή του στην ομοιότητα του Θεού. Μη λοιπόν από αμάθεια, όταν έρθεις σ’ αυτή την κατάσταση και θεοποιείσαι, κατά κάποιο τρόπο, από φιλανθρωπία της χάρης, μη σπεύσεις να προφέρεις λόγο, ούτε ένα, εμπρός στο πρόσωπο του Κυρίου(Εκκλ. 5, 1). Σε Αυτόν ανήκει η μία και απλή δόξα στους αιώνες.