Κεφάλαιο 78
Επειδή η θεία Γραφή εξηγείται πνευματικά και οι θησαυροί της φανερώνονται από το Άγιο Πνεύμα σε πνευματικούς ανθρώπους, γι’ αυτό ο ψυχικός άνθρωπος (που δεν έχει δηλαδή το Πνεύμα), δεν μπορεί να δεχθεί τη φανέρωσή τους(Α΄ Κορ. 2, 13-14), γιατί δεν καταδέχεται να νοήσει ή να ακούσει να λέγεται από άλλον, κάτι έξω από τα πλαίσια των δικών του λογισμών. Δεν έχει μέσα του το Πνεύμα του Θεού, το οποίο ερευνά τα βάθη του Θεού και γνωρίζει τα του Θεού, αλλά έχει το πνεύμα του κόσμου(Α΄ Κορ. 2, 10-12) το υλικό, το γεμάτο ζηλοτυπία και φθόνο, φιλονεικία και διχοστασία, και γι’ αυτό του φαίνεται μωρία να ερευνά την έννοια και να ανιχνεύει το νόημα της Γραφής. Επειδή δεν μπορεί δηλαδή να καταλάβει ότι όλη η θεία Γραφή κατανοείται πνευματικά, περιγελά εκείνους που εξηγούν πνευματικά τα θεία και ανθρώπινα πράγματα, και τους ονομάζει όχι πνευματικούς, ούτε καθοδηγούμενους από το θείο πνεύμα, αλλά αλληγορικούς, και όσο μπορεί διαστρέφει και ανατρέπει, όπως ο Δημάς εκείνος(Β΄ Τιμ. 4, 10), τους λόγους και τα θεία νοήματά τους. Ο πνευματικός άνθρωπος όμως δεν είναι έτσι, αλλά όλα τα εξετάζει κινούμενος από το θείο πνεύμα, ενώ ο ίδιος δεν είναι καταληπτός από κανένα(Α΄ Κορ. 2, 15). Και τούτο γιατί έχει το νου του Χριστού, στον οποίο κανείς δε θα μπορέσει να γίνει σύμβουλος(Α΄ Κορ. 2, 16).