Κεφάλαιο 78
Καταλήγω να υποθέσω ότι, ακόμη και αυτοί οι Απόστολοι που ήταν γεμάτοι από τη χάρη του αγαθού Παρακλήτου, δεν ήταν ολότελα απαλλαγμένοι από φροντίδες, αλλά μαζί με την αγαλλίαση και την ανέκφραστη χαρά, είχαν και κάποιο φόβο, που προερχόταν βέβαια από την ίδια τη χάρη και όχι από την κακία. Γιατί η ίδια η χάρη τούς προστάτευε ώστε να μην πέσουν ούτε στην παραμικρή παρεκτροπή. Και όπως ένα μικρό παιδί που χτυπά ένα τείχος με ένα πετραδάκι, δεν του κάνει τίποτε, ή όπως ένα ασθενικό βέλος ελάχιστα βλάπτει έναν γερό θώρακα, έτσι και αν ένα μικρό μέρος της κακίας προσέβαλλε τους Αποστόλους, δεν πετύχαινε τίποτε, γιατί ήταν πολύ καλά θωρακισμένοι με τη δύναμη του Χριστού. Πλήν όμως, αν και ήταν τέλειοι, ήταν παρούσα σ’ αυτούς και η ελευθερία του αυτεξουσίου, και όχι όπως μερικοί ανόητα λένε ότι μετά τη χάρη παύουν οι φροντίδες και υπάρχει ανάπαυση. Γιατί ο Κύριος, και από τους τελείους ακόμη ζητεί να είναι το θέλημα της ψυχής στην υπηρεσία του Πνεύματος, ώστε να συμβαδίζουν και τα δύο. Όπως λέει και ο Απόστολος: «μη σβήνετε την ενέργεια του Πνεύματος»(Α΄ Θεσ. 5, 19) .