Κεφάλαιο 8

Όσοι πάλι δεν ψάλλουν διόλου, κάνουν καλά αν είναι προοδευμένοι στην αρετή. Αυτοί δε χρειάζεται να λένε ψαλμούς, αλλά να έχουν σιωπή και αδιάκοπη προσευχή και θεωρία, αν έφτασαν σε φωτισμό. Γιατί είναι ενωμένοι με το Θεό και δεν έχουν βέβαια ανάγκη να αποσπάσουν το νου τους από Αυτόν και να του προκαλέσουν σύγχυση. Όπως λέει ο Άγιος της Κλίμακος, πτώση του υποτακτικού είναι να κάνει το δικό του θέλημα, και του ησυχαστή να διακόψει την προσευχή. Γιατί μοιχεύει ο νους των ησυχαστών αν απομακρυνθεί από τη μνήμη του Θεού, σαν από νυμφίο, και συνδεθεί ερωτικά με πράγματα ελάχιστα. Να διδάξει τώρα κανείς και σε άλλους αυτή την τάξη, δεν ταιριάζει για όλους. Στους απλοϊκούς, που είναι υποτακτικοί και αγράμματοι, ναι· γιατί η υπακοή μετέχει από κάθε αρετή λόγω της ταπεινώσεως. Σ’ εκείνους όμως που είναι ανυπότακτοι, δεν πρέπει να δίνεται, για να μην πλανηθούν εύκολα, είτε απλοϊκοί είναι είτε γραμματισμένοι, γιατί όποιος ακολουθεί το δικό του θέλημα δεν μπορεί να αποφύγει την οίηση, από την οποία σαν φυσικό επακολούθημα έρχεται η πλάνη, όπως λέει ο άγιος Ισαάκ. Μερικοί όμως, επειδή δεν υποψιάζονται τη βλάβη που μπορεί να γίνει, διδάσκουν τους τυχόντες να ασκούν αυτή την τάξη μόνο, για να συνηθίσει, λένε, και να αγαπήσει ο νους τη μνήμη του Θεού· τούτο όμως δε γίνεται, και μάλιστα στους ιδιόρρυθμους (τους ανυπότακτους). Γιατί ο νους τους είναι ακόμη ακάθαρτος από αμέλεια και υψηλοφροσύνη και δεν έχει καθαρθεί πρωτύτερα με δάκρυα· έτσι σχηματίζουν μέσα τους όχι προσευχή, αλλά μάλλον αισχρές εικόνες λογισμών, καθώς τα ακάθαρτα πνεύματα που είναι μέσα στην καρδιά ταράζονται από το φοβερό όνομα του Κυρίου Ιησού και βρυχώνται να σκοτώσουν αυτόν που τα μαστιγώνει. Αν ο ιδιόρρυθμος ακούσει ή διδαχθεί γι’ αυτή την πνευματική εργασία και θέλει να την κρατήσει, ένα από τα δύο θα πάθει. Αν βιάζει τον εαυτό του, πλανάται και μένει αθεράπευτος. Αν πάλι δείξει αμέλεια, μένει απρόκοπος σε όλη του τη ζωή.