Κεφάλαιο 90
Λέει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Όσο θαυμάζεται το Θείο, τόσο γίνεται πιο ποθητό· και ως ποθητό, καθαίρει. Και επειδή μας καθαιρεί, μας κάνει θεοειδείς· και όταν γίνομε έτσι, ως ήδη δικούς Του, μας αποδέχεται». Και όχι μόνο ο Θεός κάνει έτσι, αλλά και όσοι έχουν καθαρθεί απευθύνονται στα θεία και το Θεό όπως σε οικείους πνευματικά και αληθινά. Γι’ αυτό και ο Θεολόγος προσθέτει: «Είναι Θεός κι ενώνεται και γνωρίζεται με θεούς». Βλέπεις το θαύμα της ενώσεως; Ο Θεός, λέει, ενώνεται με θεούς. Και αφού βέβαια ένωση υπάρχει μεταξύ των αυτών, είναι φανερό ότι όμοια θα είναι οι αυτές και οι διαθέσεις και οι απολαύσεις της ενώσεως. Γι’ αυτό λέει: «Και γνωρίζεται». Όμοια λοιπόν κι όσοι έγιναν από τη χάρη θεοειδείς και θεοί, απευθύνονται όπως σε οικείους τους στα θεία και το Θεό και τους γνωρίζουν όπως με ανάλογο τρόπο θεωρεί ο Θεός και γίνεται συνόμιλος και ενώνεται με όσους γίνονται όπως είπαμε θεοειδείς και θεοί. Αυτό το φανερώνει ο Μέγας Γρηγόριος προσθέτοντας όχι αδικαιολόγητα: «Και τόσο ίσως γνωρίζουν το Θεό αυτοί εδώ οι καθαροί και θεοί, ακριβώς όσο τους γνωρίζει και Αυτός», με ανάλογο τρόπο ο φύσει Θεός τους θέσει θεούς. Πόσο λοιπόν, μπορείς να φανταστείς, σκεπτόμενος ορθά; Είναι βέβαια πολύ μακάριοι εκείνοι που ανυψώνονται όπως πρέπει σε οράσεις και θεωρίες Θεού με όλη την ορμή της ψυχής και όλη την πνευματική γνώση, όταν βλέπεις όλους όσοι είναι μέσα στο Θεό να βρίσκονται σε κατάσταση υπερθαύμαστου θαυμασμού και μέγιστης εκπλήξεως μπροστά στο ακατάληπτο του Θεού —αφού είναι άναρχος, απεριόριστος, απερίγραπτος και πλήρως αιώνιος και άπειρος. Γι’ αυτό η ψυχή τους προσκολλάται ερωτικά στο Θεό(Ψαλμ. 62, 9)· και λιώνοντας από ευδαιμονία, πάσχουν πόθο αφόρητο πολύ, καθώς θεωρούν το θείο πρόσωπο και το έξοχο κάλλος Του. Τότε, ύστερα από αυτό και από τη θεουργία, καθαίρονται και γίνονται θεοειδείς και θεοί και ενώνονται συνειδητά με το Θεό. Αυτός, αφού έγινε πλέον γνώριμός τους χάρη στον πνευματικό πλούτο όσων θεώθηκαν και κατ’ ακολουθίαν προς το υπερφυσικό δώρο της θεώσεώς τους και της θείας ενώσεως, συναρπάζει θαυμαστά με το υπέρκαλλο κάλλος Του όλη τη νοερή αίσθησή τους και όλη την επιθυμία τους· τους έχει γύρω Του γοητευμένους σαν άλλους Αγγέλους να ψάλλουν αδιάκοπα και αρμονικά: «Ο Θεός στάθηκε σε σύναξη θεών και κάθισε στη μέση να τους κρίνει»(Ψαλμ. 81, 1) και: «Ο Κύριος, ο Θεός των θεών, μίλησε και κάλεσε τη γη, δηλαδή τους επίγειους ανθρώπους, από την ανατολή μέχρι τη δύση»(Ψαλμ. 49, 1). Γι’ αυτό και οι άρχοντες των λαών συνάχθηκαν μαζί με το Θεό του Αβραάμ(Ψαλμ. 46, 10) και στη συνέχεια στάθηκαν γύρω από το Θεό όπως τα Σεραφείμ στέκονται γύρω Του(Ησ. 6, 2), και δέχονται θείες ελλάμψεις υπερκοσμίων μυστηρίων και ακολουθούν αχώριστα το Θεό, ο οποίος είναι άπειρες φορές άπειρα πάνω απ’ όλα. Αν λοιπόν, κατά το λόγο του Κυρίου, οι καθαροί στην καρδιά είναι μακάριοι, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό(Ματθ. 5, 8), πώς δεν είναι μακάριοι οι θεωρητικοί, οι οποίοι καθαίρονται με το θαυμασμό της γνώσεως του Θεού και ανεβαίνουν σε αξίωμα θεού με την προκοπή τους; Αν ποθούμε λοιπόν τον πιο πάνω μακαρισμό και να λάβομε τη θέωση και έτσι να σταθούμε ασάλευτοι όπως τα Χερουβείμ γύρω από το Θεό, πρέπει να καταπιαστούμε με τη θεωρητική επιστήμη και πράξη με όλη μας την επιμέλεια, με τη δύναμη του Ιησού Χριστού του Κυρίου μας.