Κεφάλαιο 98
Όταν ο Λόγος του Θεού έρθει στην πεσμένη ψυχή, όπως στην πόλη Βηθανία(Ιω. 11, 17-18), για να αναστήσει τον πεθαμένο της νου και θαμμένο κάτω από τη φθορά των παθών, τότε η φρόνηση και η δικαιοσύνη, βυθισμένες στη λύπη για τη νέκρωση του νου, καθώς θρηνούν, Τον προϋπαντούν και του λένε: «Αν ήσουν εδώ και σε κρατούσαμε κοντά μας, δε θα πέθαινε ο αδελφός μας νους από την αμαρτία»(Ιω. 11, 32). Τότε η δικαιοσύνη σπεύδει με μεγάλη φροντίδα και εργασία των αρετών να θρέψει τον Λόγο και φιλοτιμείται να του παραθέσει πλούσιο τραπέζι με ποικίλα είδη της κακοπάθειάς της. Η φρόνηση όμως κρίνει καλύτερο, αψηφώντας όλες τις άλλες φροντίδες και την επίπονη κακοπάθεια, να παρακαθίσει στη νοερή εργασία και στις νοερές κινήσεις του Λόγου και στην ακρόαση των νοημάτων της θεωρίας Του. Γι’ αυτό και την πρώτη που αγωνίζεται καλά να Τον θρέψει με φιλοτιμία στο τραπέζι της πολυποίκιλης πρακτικής αρετής, την αποδέχεται ο Λόγος· τη μαλώνει όμως που φροντίζει για πολλά είδη κακοπάθειας και απασχολείται συνεχώς με κάτι που είναι λίγο ωφέλιμο. Γιατί ένα είναι το ζητούμενο που χρειάζεται για την περιποίηση του Λόγου, να υποτάξει κανείς το κατώτερο (το σώμα) στον καλύτερο λογισμό και να μεταβάλει το χοϊκό φρόνημα της ψυχής σε πνευματικό, με τους ιδρώτες της αρετής. Τη δεύτερη τώρα, την επαινεί και την παίρνει με το μέρος Του, γιατί διάλεξε την αγαθή μερίδα(Λουκ. 10, 41-42) της γνώσεως του Πνεύματος, με την οποία πετά πάνω από τα ανθρώπινα πράγματα, προχωρεί στα ιερά βάθη του Θεού, εμπορεύεται καλά το πολύτιμο μαργαριτάρι(Ματθ. 13, 46) του Λόγου, βλέπει με θαυμασμό τους απόκρυφους θησαυρούς του Πνεύματος και δέχεται την ανέκφραστη χαρά, η οποία δεν θα αφαιρεθεί από αυτήν.