Εκείνον που μιλά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, οι υπερόπτες που σαν το διάβολο νοσούν από υπερηφάνεια, τον αποστρέφονται ως υπερόπτη και υπερήφανο, γιατί πληγώνονται μάλλον με τα λόγια του αντί να έρχονται σε κατάνυξη. Αντίθετα, εκείνον που μιλάει τορνευτά λόγια από το μυαλό του ή από μαθήματα και εξαπατά τους άλλους σχετικά με […]
Τέτοιοι άνθρωποι θεωρούν διδακτικό και πνευματικό τον φλύαρο και επιδεικτικό· ενώ τον σιωπηλό που αποφεύγει με προσοχή την αργολογία, τον λένε αγροίκο και αμίλητο.
Εκείνους που υποκρίνονται ότι έχουν αρετή και άλλο δείχνει το σχήμα τους και άλλο είναι το εσωτερικό τους, γεμάτο από κάθε αδικία, από φθόνο, φιλονεικία και δυσωδία των ηδονών, οι περισσότεροι τους τιμούν σαν απαθείς και αγίους, επειδή δεν έχουν καθαρά τα μάτια της ψυχής και δεν μπορούν να τους αντιληφθούν από τους καρπούς τους. […]
Πριν αποκτήσομε το πένθος και τα δάκρυα —ας μη μας ξεγελά κανείς με απατηλά λόγια και ας μη διατηρούμε αυταπάτες— δεν υπάρχει μέσα μας μετάνοια και αληθινή μεταμέλεια, ούτε φόβος Θεού στις καρδιές μας, ούτε καταδικάσαμε τους εαυτούς μας, ούτε η ψυχή μας ήρθε σε αίσθηση της μελλοντικής κρίσεως και των αιωνίων βασάνων. Γιατί αν […]
Εκείνος που έχει μέσα του το φως του Παναγίου Πνεύματος, μην αντέχοντας να το βλέπει, πέφτει πρηνής στη γη και κράζει και φωνάζει με έκπληξη και μεγάλο φόβο, γιατί είδε και έπαθε κάτι που είναι πάνω από τη φύση και από κάθε λόγο και έννοια. Και γίνεται σαν άνθρωπος που άναψε μέσα στα σπλάχνα του […]
Όποιος δε θελήσει να αποσκιρτήσει και να ξεφύγει τον πόνο που γεννά ο φόβος της αιώνιας κολάσεως, αλλά τον ακολουθήσει με την προαίρεσή του και σφίξει περισσότερο τα δεσμά του ανάλογα με την αντοχή του, θα έχει συντομότερο δρόμο και θα παρουσιαστεί εμπρός στον Βασιλέα των βασιλευόντων. Μόλις γίνει αυτό και δει αμυδρά τη δόξα […]
Σε καθένα που αρχίζει να ζει κατά Θεόν, είναι ωφέλιμος ο φόβος της κολάσεως και ο πόνος που γεννιέται από αυτόν. Εκείνος που φαντάζεται ότι μπορεί να βάλει αρχή χωρίς αυτόν τον πόνο και το δεσμό, δε θεμελιώνει μόνο πάνω στην άμμο τις πράξεις του, αλλά και νομίζει ότι μπορεί να χτίσει σπίτι στον αέρα […]
Εκείνος που παρέδωσε τον εαυτό του δούλο στους κατά Θεόν πατέρες του, από φόβο της κολάσεως, δε θα προτιμήσει να τον διατάζουν εκείνα που ανακουφίζουν τον πόνο της καρδιάς του, ούτε εκείνα που λύνουν τα δεσμά του φόβου. Ούτε θα υπακούσει σ’ εκείνους που επιδιώκουν να τον οδηγήσουν σ’ αυτά με τρόπο φιλικό ή κολακευτικό […]
Εκείνος που εγκυμονεί το φόβο του θανάτου, σιχαίνεται κάθε φαγητό και ποτό και στολισμό στην ενδυμασία. Και δε θα φάει, ούτε νερό θα πιει ηδονικά· θα δώσει μόνο τα απαραίτητα στο σώμα, μόνο όσα του αρκούν για να ζήσει. Θα απαρνηθεί κάθε του θέλημα και θα γίνει με διάκριση δούλος για όλα όσα τον διατάζουν.
Όπως όταν ρίξει κανείς χώμα πάνω στη φλόγα αναμμένου καμινιού, τη σβήνει, έτσι και οι βιοτικές μέριμνες και κάθε είδους εμπαθής προσκόλληση, έστω και σ’ ένα ευτελές και παραμικρό πράγμα, εξαφανίζει τη φλόγα που άναψε από την αρχή στην καρδιά.