Ο στρατηγός που δε βρίσκει λάφυρα στον πόλεμο, στεναχωρείται. Όμοια και ο πρακτικός στην προσευχή, όταν δεν πετύχει την πνευματική θεωρία.
Βγάζει από πάνω του τα όπλα ο στρατιώτης, όταν αφήσει τον πόλεμο . Και ο θεωρητικός τους λογισμούς, όταν καταλήγει στον Κύριο.
Οι λόγοι των ασωμάτων είναι σαν κόκκαλα που σκεπάζονται εξωτερικά από τα αισθητά. Αυτούς δεν θα τους δει κανείς απ’ όσους δεν έχουν ελευθερωθεί από την εμπαθή προσκόλληση στα αισθητά.
Στους λόγους των σωματικών όντων αναγνωρίζονται τα ασώματα. Στα ασώματα επισημαίνεται ο υπερούσιος λόγος, προς τον οποίο βιάζεται να φτάσει κάθε αγωνιζόμενη ψυχή.
Οι πρακτικοί θεωρούν τα όντα πως είναι κατά την εξωτερική κατάσταση, ενώ οι θεωρητικοί πως αυτά είναι κατά τη φύση τους. Μόνο οι γνωστικοί θεωρούν τους λόγους των όντων και κατά τους δύο τρόπους.
Όπως ο στρατιώτης, όταν επιστρέψει από τον πόλεμο, βγάζει από πάνω του το βάρος των όπλων, έτσι και ο πρακτικός τους λογισμούς, ερχόμενος στη θεωρία. Γιατί ούτε ο πρώτος έχει ανάγκη τα όπλα, αν δεν είναι σε πόλεμο, ούτε ο δεύτερος τους λογισμούς, αν δεν στρέφεται στα αισθητά.
Όταν η προσευχόμενη ψυχή αρχίσει να έχει θειότερες εμπειρίες τότε κι αυτή, όπως η νύμφη του Άσματος, τέτοια λόγια λέει στις όμοιές της ψυχές: «Ο αγαπημένος μου άπλωσε το χέρι από το άνοιγμα της θύρας, και τα σπλάχνα μου ταράχθηκαν γι’ αυτόν» (Άσμα 5, 4).
Όταν διωχθεί από την ψυχή μας η ακηδία και από τη διάνοια η πονηρία, τότε ο νους, μένοντας γυμνός στην απλότητά του, στην ανυπόκριτη ζωή που δεν καλύπτεται από πράξεις αισχύνης, ψάλλει κι αυτός καινούργιο ύμνο στο Θεό και Τον ευχαριστεί παίζοντας μελωδία ευφροσύνης, εορτάζοντας τα εγκαίνια της μέλλουσας ζωής.
Η ψυχή που απαρνήθηκε τελείως τον εαυτό της και υψώθηκε ολοκληρωτικά στην προσευχή, δεν κατεβαίνει όταν το θέλει η ίδια, αφού βρίσκεται πάνω από την κτίση. κατεβαίνει όταν αυτό κριθεί σωστό από Εκείνον που κυβερνά με ζύγι και μέτρο τη ζωή μας.
Η φλόγα που δεσμεύτηκε σε ξύλα, γίνεται φωτοφόρος. Και η ψυχή που απελευθερώνεται από την ύλη, γίνεται θεοφόρος. Η φλόγα υψώνεται όσο κρατούν τα ξύλα, ενώ η ψυχή, ώσπου να καταλήξει στο τέρμα του θείου έρωτα.