Η θεωρία των νοητών είναι παράδεισος. Σ’ αυτόν, ο γνωστικός μπαίνει όπως στο δικό του σπίτι κατά την προσευχή. Ο πρακτικός θα φανεί σαν περαστικός, που έχει την επιθυμία να σκύψει μέσα να δει, αλλά δεν μπορεί γιατί ο φράχτης είναι ψηλότερος από το πνευματικό του ανάστημα.
Στους πιο προικισμένους στο λογικό, η θεωρία προηγείται από την πράξη, ενώ στους λιγότερο προικισμένους, προηγείται η πράξη από την θεωρία. Και οι δύο καταλήγουν στο ίδιο τέλος. Συντομότερα όμως θα φανεί σ’ εκείνους που προηγείται η θεωρία από την πράξη.
Ο πρακτικός, εξαιτίας των κόπων, επιθυμεί να πεθάνει και να βρεθεί μαζί με το Χριστό (Φιλιπ. 1, 23). Ο θεωρητικός επιθυμεί πολύ περισσότερο να παραμένει στο σώμα, και για τη χαρά που δοκιμάζει από την προσευχή, και για την ωφέλεια που γίνεται στον πλησίον.
Στο σπίτι της πρακτικής ψυχής υπάρχουν θρήνοι και μοιρολόγια και αλοίμονο (Παροιμ. 23, 29), εξαιτίας του κόπου. Ενώ στης θεωρητικής ψυχής ακούγονται φωνές αγαλλιάσεως και δοξολογίας (Ψαλμ. 41, 5), λόγω της γνώσεως.
Αυλή της λογικής ψυχής είναι η αίσθηση, ναός της η διάνοια και αρχιερέας ο νους. Στην αυλή λοιπόν στέκεται ο νους που εμποδίζεται από λογισμούς όχι εύλογους, ενώ στο ναό στέκεται εκείνος που εμποδίζεται από εύλογους λογισμούς. Από κανενός είδους λογισμούς όμως δεν εμποδίζεται εκείνος που αξιώθηκε να μπει στα άγια των αγίων.
Πράξη ενωμένη με θεωρία είναι σαν σώμα ενωμένο με πνεύμα ηγεμονικό (Ψαλμ. 50, 14). Χωρίς θεωρία, θα θεωρηθεί σαν σάρκα ενωμένη με πνεύμα ευμετάβολο.
Η προσευχή που γίνεται με πνευματική θεωρία είναι η γη της επαγγελίας, από την οποία ρέει σαν γάλα και μέλι (Έξ. 3, 8) η γνώση των λόγων των σχετικών με την πρόνοια και την κρίση του Θεού. Η προσευχή που γίνεται με κάποια φυσική θεωρία είναι η Αίγυπτος, όπου έρχεται στον προσευχόμενο η μνήμη των […]
Ο πρακτικός έχει σαν κάλυμμα πάνω στην καρδιά του κατά την ώρα της προσευχής τη γνώση των αισθητών, το οποίο δεν μπορεί ν’ αφαιρεθεί λόγω της σχέσεώς του μ’ αυτά. Μόνο ο θεωρητικός, επειδή δεν εμποδίζεται από τα αισθητά, μπορεί να βλέπει με ακάλυπτο πρόσωπο εν μέρει τη δόξα του Θεού (Β΄Κορ. 3, 18).
Στα ένυλα ο νους έχει συνεργό το λογισμό. Στα άυλα όμως, αν δεν τον απορρίψει, θα τον έχει σαν αγκάθι να τον ταλαιπωρεί (Β΄ Κορ. 12, 7).
Η διάνοια που τρίβεται από αδιάλειπτα βήματα προσευχής, μοιάζει με τη γη που πατιέται συνεχώς. Αυτή η γη γίνεται λεία, ενώ μια τέτοια διάνοια γίνεται ευθεία. Και γίνονται κατάλληλες για να δεχτούν, η πρώτη ευαίσθητα πόδια, η άλλη καθαρές προσευχές.