Όσοι με πρόφαση τους αγώνες τους υπερηφανεύονται σε βάρος των πιο αμελών, αυτοί νομίζουν ότι δικαιώνονται από τα σωματικά τους έργα. Όσοι, βασιζόμενοι στην ψιλή και χωρίς έργα γνώση, περιφρονούμε όσους δεν γνωρίζουν τα θεία, είμαστε πολύ πιο ανόητοι από αυτούς.
Μερικοί που τους παίνεψαν για αρετή ευχαριστήθηκαν και την ηδονή της κενοδοξίας τη νόμισαν για θεία παρηγοριά. Άλλοι που ελέγχθηκαν για αμαρτία πόνεσαν, και τον ωφέλιμο πόνο τον νόμισαν ότι είναι ενέργεια της κακίας.
Οι θλίψεις που έρχονται στους ανθρώπους είναι γεννήματα των αμαρτιών και κακιών τους. Αν τις υπομένομε με προσευχή, τότε βλέπομε να έρχονται πάλι τα καλά.
Οι πειρασμοί που μας έρχονται αναπάντεχα, είναι θεία οικονομία και μας διδάσκουν να είμαστε φιλόπονοι στην εργασία των εντολών, και χωρίς να το θέλομε μας ελκύουν στην μετάνοια.
Αν είσαι φιλομαθής, να γίνεις και πρόθυμος εκτελεστής των θείων εντολών, γιατί η ψιλή γνώση των θείων «φουσκώνει»(Α΄ Κορ. 8, 1) τον άνθρωπο.
Εκείνος που τιμά τον Κύριο, εκτελεί εκείνα που Αυτός διατάζει. Όταν σφάλλει ή παρακούσει, υπομένει τις συνέπειες, αφού οφείλονται σ’ αυτόν.
Δεν είναι ακόμα δούλος πιστός, εκείνος που βασίζεται στη ψιλή γνώση των θείων, αλλά εκείνος που δείχνει την πίστη του με την εκπλήρωση των εντολών του Χριστού.
Ο Χριστός πέθανε σύμφωνα με τις Γραφές για τις αμαρτίες μας(Α΄ Κορ. 15, 3), και σ’ εκείνους που τον υπηρετούν καλώς, χαρίζει ελευθερία. Γιατί λέει: «Εύγε δούλε άξιε και πιστέ! Στάθηκες πιστός στα λίγα, θα σου εμπιστευθώ τα πολλά. Έλα μέσα στη χαρά του Κυρίου σου»(Ματθ. 25, 21).
Δεν απαιτεί ο δούλος σαν μισθό την ελευθερία, αλλά ευαρεστεί τον Κύριο σαν χρεώστης και την περιμένει κατά χάρη.
Ο Κύριος, θέλοντας να φανερώσει ότι κάθε εντολή αποτελεί χρέος μας και ότι η υιοθεσία είναι δωρεά Του, με το αίμα Του χαρισμένη στους ανθρώπους, λέει: «Όταν κάνετε όλα τα διαταγμένα σ’ εσάς, να λέτε, είμαστε δούλοι τιποτένιοι και κάναμε ότι χρωστούσαμε να κάνομε»(Λουκ. 17, 10). Γι’ αυτό η βασιλεία των Ουρανών δεν είναι μισθός […]