Εκείνος που είναι κύριος της κοιλιάς του, μαραίνει την επιθυμία και ο νους του δε δουλώνεται σε λογισμούς πορνείας.
Δυναμώνει η ψυχή με τους κόπους της ασκήσεως· όταν κάνει τα πάντα με μέτρο, διώχνει την ακηδία.
Εκείνος που αγαπά τον Ιησού, ασκείται σε κόπους. Η καρτερία στους κόπους διώχνει την ακηδία.
Ακηδία είναι η αδιαφορία της ψυχής. Και αδιαφορεί η ψυχή, όταν πάσχει από φιληδονία.
Το μίσος κατά του πλησίον είναι θάνατος της ψυχής. Η ψυχή εκείνου που καταλαλεί έχει μίσος και μίσος ενεργεί.
Αμνησίκακος είναι εκείνος που προσεύχεται για κείνον που τον λύπησε. Και ελευθερώνεται από τη μνησικακία εκείνος που ευεργετεί.
Η γλώσσα εκείνου που καταλαλεί έχει τρία κεντριά. Γιατί βλάπτει τον ίδιο, εκείνον που ακούει, ενίοτε και τον κατηγορούμενο.
Ο Κύριος τυφλώνει τον φθονερό νου, γιατί λυπάται αδίκως για τα αγαθά του πλησίον.
Η μνησικακία είναι λέπρα της ψυχής· έρχεται στην ψυχή ή από προσβολή, ή από κάποια ζημία, ή από λογισμούς υποψίας.
Εκείνος που ακούει το Χριστό, φωτίζει τον εαυτό του. Και εκείνος που τον μιμείται, διορθώνει τον εαυτό του.