Τὰς πιθήκους φασὶν, ἐπειδὰν τέκωσιν, ὥσπερ ἀγάλμασιν ἐνατενίζειν τοῖς βρέφεσιν, ἀγαμένας τοῦ κάλλους· οὕτως ἐστὶν ἡ φύσις φιλότεκνος. ΤΙΤΛ. Βʹ. —Περὶ ξένων κολάσεων ἀπὸ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ἐνεχθεισῶν. «Κατέλαβον τὴν πόλιν, καὶ τὸν λαὸν τὸν ἐν αὐτῇ ἀπέκτειναν, καὶ καθεῖλαν τὴν πόλιν, καὶ ἔσπειραν εἰς ἅλας.» «Κατέδραμον ὀπίσω Ἀδωνιβεζὲκ, καὶ κατελάβοντο αὐτόν· καὶ ἀπέκοψαν τὰ ἄκρα τῶν ποδῶν αὐτοῦ, καὶ τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Καὶ εἶπεν Ἀδωνιβεζέκ· Ἑβδομήκοντα βασιλεῖς, τὰ ἄκρα τῶν ποδῶν αὐτῶν, καὶ τῶν χειρῶν αὐτῶν ἀποκεκομμένοι, ἦσαν συλλέγοντες τὰ ὑποκάτω τῆς τραπέζης μου· καθὼς οὖν ἐποίησα, οὕτως ἀνταπέδωκέ μοι ὁ Θεός.» «Ἐπάταξε τὴν Ῥαββὰ, καὶ κατέσκαψεν αὐτὴν Δαβὶδ, καὶ σκύλα πολλὰ τῆς πόλεως ἐξήνεγκεν σφόδρα, καὶ τὸν λαὸν τὸν ἐν αὐτῇ ἐξήγαγεν, καὶ διέπρισεν ἐν πρίοσι καὶ σκεπάρνοις σιδηροῖς. Οὕτως ἐποίησε Δαβὶδ ταῖς πόλεσιν υἱῶν Ἀμμών.» Ἔσφαξεν ὁ βασιλεὺς Βαβυλῶνος τοὺς υἱοὺς Σεδεκίου κατ᾽ ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, καὶ πάντας τοὺς ἄρχοντας Ἰούδα ἔσφαξεν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς Σεδεκίου ἐξετύφλωσεν, καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν πέδαις, καὶ ἤγαγεν αὐτὸν ὁ βασιλεὺς Βαβυλῶνος, καὶ ἔδησεν αὐτὸν εἰς οἶκον μυλῶνος ἕως ἡμέρας ἧς ἀπέθανεν.» ΤΙΤΛ. Γʹ. —Περὶ ξενιτείας· καὶ ὅτι ἀπαῤῥησίαστος ὁ ξένος. «Εἶπον οἱ ἄνδρες Σοδόμων πρὸς Λώτ· Εἰσῆλθες παροικεῖν, μὴ καὶ κρίσιν κρίνειν;»
Μετάφραση
Λένε για τους πιθήκους ότι, όταν γεννούν, ατενίζουν τα βρέφη τους σαν να είναι αγάλματα, θαυμάζοντας την ομορφιά τους· τόσο φιλόστοργη προς τα παιδιά είναι η φύση. ΤΙΤΛΟΣ Βʹ. — Περί παράδοξων τιμωριών που επιβλήθηκαν από τον Θεό και τους ανθρώπους. «Κατέλαβαν την πόλη και σκότωσαν τον λαό που βρισκόταν σε αυτήν, και κατέστρεψαν την πόλη και την έσπειραν με αλάτι.» «Καταδίωξαν τον Αδωνιβεζέκ και τον συνέλαβαν· και απέκοψαν τα άκρα των ποδιών του και των χεριών του. Και είπε ο Αδωνιβεζέκ: Εβδομήντα βασιλιάδες, με κομμένα τα άκρα των ποδιών τους και των χεριών τους, μάζευαν τα απομεινάρια κάτω από το τραπέζι μου· όπως λοιπόν έπραξα εγώ, έτσι μου ανταπέδωσε ο Θεός.» «Ο Δαβίδ χτύπησε τη Ραββά και την κατέσκαψε, και έβγαλε πάρα πολλά λάφυρα από την πόλη, και έβγαλε έξω τον λαό που βρισκόταν σε αυτήν, και τους κατέκοψε με πριόνια και σιδερένια τσεκούρια. Έτσι έπραξε ο Δαβίδ στις πόλεις των υιών Αμμών.» «Έσφαξε ο βασιλιάς της Βαβυλώνας τους γιους του Σεδεκία μπροστά στα μάτια του, και έσφαξε όλους τους άρχοντες του Ιούδα, και τύφλωσε τα μάτια του Σεδεκία, και τον έδεσε με δεσμά, και τον οδήγησε ο βασιλιάς της Βαβυλώνας, και τον έκλεισε στον οίκο του μύλου, μέχρι την ημέρα που πέθανε.» ΤΙΤΛΟΣ Γʹ. — Περί ξενιτιάς· και ότι ο ξένος στερείται παρρησίας. «Είπαν οι άνδρες των Σοδόμων προς τον Λωτ: Ήρθες για να παροικήσεις, μήπως θέλεις και να μας κρίνεις;»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες