Ὁ δὲ ἐπενδύτης σινδών τίς ἐστι καὶ ὀθόνιον, ᾧ Σῦροί τε καὶ Φοίνικες ἐπὶ τῶν ἐνδυμάτων χρῶνται, διὸ καὶ ἐπενδύτης λέγεται, ἔστι δ’ ὅτε καὶ γυμνοὺς περιελίττοντες ἑαυτούς, ὡς καὶ ὁ ἀκολουθήσας νεανίσκος συλληφθέντι τῷ Κυρίῳ ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων περιβεβλημένος ἦν σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ, ἣν καὶ καταλιπὼν τοῖς κρατήσασι νεανίσκοις, ἀπέδρα γυμνός. Ὁ δὲ Πέτρος τὸν ἐπενδύτην τοῦτον οὐ περιεβάλλετο, γυμνὸς ὤν, ἀλλὰ συμπτύξας περιεζώσατο, ὡς ἂν ἔχῃ καὶ νήχεσθαι· διακοσίους γὰρ πήχεις τῆς γῆς ἀπεῖχε. Προφθάνει μὲν οὖν ὁ Πέτρος ἅπαντας θερμῶς οὕτως, οἱ δὲ ἄλλοι μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων καὶ οἷον τῷ παρασχόντι τούτῳ προσφέροντες, ἵν’ ἔχωσι κἂν τούτῳ λέγειν τὸ ἱερὸν ἐκεῖνο λόγιον· τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν. «Ὡς οὖν ἀπέβησαν», φησίν, «εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον καὶ ἄρτον». Ἀνθρακιὰν μὲν οὖν πυρὸς ἐνόμισάν τινες εἶναι ταύτην, ἐφ’ ἧς τὸ ὀψάριον ὠπτοῦτο, ἀλλὰ τὸ ἐπαγόμενον, ἕτεροί φασιν, οὐκ ἀφίησιν οὕτω τὴν ἀνθρακιὰν ἐκδέξασθαι· οὐ γὰρ δὴ ὁ ἄρτος ἐπέκειτο πυρί.
Μετάφραση
Ο επενδύτης είναι κάποιου είδους σινδόνη και λινό ύφασμα, το οποίο χρησιμοποιούν οι Σύροι και οι Φοίνικες πάνω από τα ενδύματά τους, γι' αυτό και ονομάζεται επενδύτης, μερικές φορές μάλιστα το τυλίγουν και γύρω από το γυμνό σώμα τους, όπως ακριβώς και ο νεαρός που ακολούθησε τον Κύριο όταν συνελήφθη από τους Ιουδαίους ήταν τυλιγμένος με μια σινδόνη κατάσαρκα, την οποία μάλιστα εγκατέλειψε στους νεαρούς που τον έπιασαν και διέφυγε γυμνός. Ο Πέτρος όμως, αν και ήταν γυμνός, δεν ρίχτηκε απλώς με αυτόν τον επενδύτη, αλλά τον δίπλωσε και τον έζωσε γύρω του, ώστε να μπορεί και να κολυμπήσει· διότι απείχε από τη στεριά διακόσιους πήχεις. Έτσι λοιπόν ο Πέτρος με τόσο ένθερμο ζήλο προλαβαίνει τους πάντες, ενώ οι άλλοι μαθητές ήρθαν με το πλοιάριο, σέρνοντας το δίχτυ με τα ψάρια και προσφέροντάς τα τρόπον τινά σε Εκείνον που τα χορήγησε, ώστε να μπορούν έστω και με αυτό να πουν εκείνο το ιερό λόγιο: «Τα σα εκ των σων». «Όταν λοιπόν αποβιβάστηκαν», λέει, «στη στεριά, βλέπουν αναμμένη ανθρακιά και ένα ψάρι να βρίσκεται πάνω της, και ψωμί». Μερικοί λοιπόν θεώρησαν ότι αυτή η ανθρακιά ήταν από φωτιά, πάνω στην οποία ψηνόταν το ψάρι, αλλά τα όσα προστίθενται στη συνέχεια, λένε κάποιοι άλλοι, δεν επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε με αυτόν τον τρόπο την ανθρακιά· διότι βέβαια το ψωμί δεν βρισκόταν πάνω στη φωτιά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες