Ἡ πόλις τοῦ Βασιλέως πλήρης εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεώς ἐστι, πλήρης φωτὸς καὶ γλυκασμοῦ, καὶ ἡδύτητα βρύει μετὰ ζωῆς αἰωνίου τοῖς κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ. Εἴ τις οὖν ἀγαπᾷ συμπολίτης γενέσθαι τοῦ Βασιλέως, ὀξυποδησάτω· ἡ γὰρ ἡμέρα κέκλικε, καὶ οὐδεὶς οἶδε τί ἀπαντήσει ἐν τῇ ὁδῷ. Καθάπερ γάρ τις ὁδοιπόρος ἐπιστάμενος τὸ μακρὸν τῆς ὁδοῦ, ἀναπεσὼν καθεύδει ἕως πρὸς ἑσπέραν· εἶτα ἔξυπνος γενόμενος, βλέπει τὴν ἡμέραν κεκλικυῖαν· καὶ ἀρξαμένου αὐτοῦ βαδίζειν, ἄφνω νεφέλη, χάλαζα καὶ βρονταὶ καὶ ἀστραπαὶ καὶ θλίψεις πανταχόθεν, διὰ τὸ μήτε εἰς τὴν μονὴν αὐτὸν φθάνειν, μήτε εἰς τὸν τόπον αὐτοῦ ὑποστρέφειν δύνασθαι· οὕτω καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἀμελήσωμεν ἐν τῷ καιρῷ τῆς μετανοίας, ταὐτὸ πεισόμεθα· πάροικοι γάρ ἐσμεν καὶ παρεπίδημοι.
Μετάφραση
Η πόλη του Βασιλέως είναι πλήρης ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, πλήρης φωτός και γλυκασμού, και αναβλύζει γλυκύτητα μαζί με αιώνια ζωή για όσους κατοικούν σε αυτήν. Εάν λοιπόν κάποιος επιθυμεί να γίνει συμπολίτης του Βασιλέως, ας επισπεύσει το βήμα του, διότι η ημέρα έχει γείρει προς τη δύση της και κανείς δεν γνωρίζει τι θα συναντήσει στον δρόμο. Όπως ακριβώς ένας οδοιπόρος, παρότι γνωρίζει το μεγάλο μήκος του δρόμου, ξαπλώνει και κοιμάται μέχρι το βράδυ, έπειτα, όταν ξυπνήσει, βλέπει ότι η ημέρα έχει γείρει, και καθώς αρχίζει να βαδίζει, ξεσπούν ξαφνικά νέφη, χαλάζι, βροντές, αστραπές και ταλαιπωρίες από παντού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί ούτε στο κατάλυμα να φτάσει, ούτε στον τόπο του να επιστρέψει, έτσι και εμείς, εάν αμελήσουμε κατά τον καιρό της μετανοίας, θα πάθουμε το ίδιο. Διότι είμαστε πάροικοι και παρεπίδημοι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες