Ζʹ. Ἐσιώπησα, μὴ καὶ ἀεὶ σιωπήσομαι; Ἐκαρτέρησα ὡσεὶ τίκτουσα, μὴ καρτερήσω διαπαντός; Τῷ μὲν γὰρ Ζαχαρίᾳ λύει τὴν σιωπὴν γεννηθεὶς ὁ Ἰωάννης· καὶ γὰρ οὐκ ἔπρεπε τὸν πατέρα τῆς φωνῆς σιωπᾷν, ταύτης προελθούσης· ἀλλ᾽ ὥσπερ ἀπιστηθεῖσα τὴν γλῶσσαν ἔδησεν, οὕτω φανερωθεῖσα δοῦναι τῷ πατρὶ τὴν ἐλευθερίαν, ᾧ καὶ εὐηγγελίσθη, καὶ ἐγεννήθη φωνὴ καὶ λύχνος, Λόγου καὶ φωτὸς πρόδρομος· ἐμοὶ δὲ λύει τὴν γλῶσσαν, καὶ ὑψοῖ τὴν φωνὴν, ὡς σάλπιγγος, ἡ παροῦσα εὐεργεσία, καὶ τὸ κάλλιστον τοῦτο θέατρον, τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ διεσκορπισμένα, συνηγμένα εἰς ἓν, καὶ ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀναπαυόμενα πτέρυγας, καὶ εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ πορευόμενα ἐν ὁμονοίᾳ, καὶ μίαν ἁρμονίαν ἡρμοσμένα τὴν τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος· ὅτε οὐκ ἔτι φέρομεν ἀλλήλους καὶ ἄγομεν, τοσοῦτον ὑπὸ τοῦ πονηροῦ κλαπέντες, ἢ βιασθέντες, καὶ κατατοξευθέντες ἐν σκοτομήνῃ τὸν νοῦν, ἣν αὐτὸς ἡμῖν ἐπήγειρεν· καὶ οὐκ οἶδ᾽ ὅτι χρὴ λέγειν, ὥστε καὶ τοῖς ἀλλήλων κακοῖς ἐπευφραίνεσθαι, καὶ μὴ νομίζειν τοῦ παντὸς εἶναι ζημίαν τὴν ἀλλήλων κατάλυσιν· ὅτε Ἰούδας καὶ Ἰσραὴλ τίθενται ἑαυτοῖς ἀρχὴν μίαν, καὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ Σαμάρεια πρὸς μίαν τὴν ἄνω Ἱερουσαλὴμ συνάγονται, καὶ οὐκ ἔτι Παύλου, καὶ Ἀπολλὼ, καὶ Κηφᾶ, ὑπὲρ ὧν, καὶ καθ᾽ ὧν ἡ φυσίωσις, πάντες δὲ Χριστοῦ γεγόναμεν.
Μετάφραση
Ζʹ. Σιώπησα, μήπως όμως θα σιωπώ για πάντα; Υπέμεινα σαν την επίτοκο, μήπως θα υπομένω παντοτινά; Διότι στον μεν Ζαχαρία έλυσε τη σιωπή η γέννηση του Ιωάννη· επειδή δεν έπρεπε ο πατέρας της φωνής να σιωπά, εφόσον αυτή είχε πλέον εμφανιστεί. Αλλά όπως, όταν δεν την πίστεψε, του έδεσε τη γλώσσα, έτσι, όταν εκείνη φανερώθηκε, έπρεπε να δώσει στον πατέρα την ελευθερία, στον οποίο και δόθηκε το χαρμόσυνο άγγελμα, και γεννήθηκε φωνή και λύχνος, ο πρόδρομος του Λόγου και του φωτός. Σε εμένα όμως λύνει τη γλώσσα και υψώνει τη φωνή σαν σάλπιγγα η παρούσα ευεργεσία και τούτο το ωραιότατο θέαμα: τα σκορπισμένα τέκνα του Θεού που συγκεντρώθηκαν σε ένα και αναπαύονται κάτω από τις ίδιες φτερούγες, και πορεύονται προς τον οίκο του Θεού με ομόνοια, συναρμοσμένα σε μία αρμονία, την αρμονία του καλού και του Πνεύματος. Τώρα που πλέον δεν λεηλατεί ο ένας τον άλλον, αφού τόσο πολύ είχαμε εξαπατηθεί ή παρασυρθεί από τον πονηρό, και είχαμε κατατοξευθεί στον νου μέσα στο σκοτάδι που εκείνος σήκωσε εναντίον μας· και δεν ξέρω τι πρέπει να πω για το ότι φτάσαμε στο σημείο να χαιρόμαστε με τις συμφορές ο ένας του άλλου, και να μη θεωρούμε ότι η εξόντωση του άλλου αποτελεί ζημία για το σύνολο· τώρα που ο Ιούδας και ο Ισραήλ θέτουν για τον εαυτό τους μία κοινή αρχή, και η Ιερουσαλήμ και η Σαμάρεια συνάγονται προς μία, την άνω Ιερουσαλήμ, και δεν ανήκουμε πλέον στον Παύλο, τον Απολλώ και τον Κηφά, για τους οποίους και εναντίον των οποίων υπήρχε η αλαζονεία, αλλά όλοι έχουμε γίνει του Χριστού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες