Κρίσπος δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος, φησὶν, ἐπίστευσε τῷ Κυρίῳ σὺν ὅλῳ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. Ὅρα τοὺς πιστοὺς τότε μετὰ τῆς οἰκίας τοῦτο ποιοῦντας ὁλοκλήρου. Τούτου δὲ γενομένου, εὐθέως καὶ ἕτεροι πολλοὶ πιστεύσαντες ἐβαπτίσθησαν. Τοῦτον Κρίσπον λέγει τὸν ἀρχισυνάγωγον, περὶ οὗ φησι γράφων· Οὐδένα ἄλλον ἐβάπτισα, εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον. Οἶμαι δὲ τοῦτον καὶ Σωσθένην λέγεσθαι, ὃς τοσοῦτον ἀνὴρ πιστὸς ἦν, ὥστε καὶ τύπτεσθαι καὶ παρεῖναι ἀεὶ τῷ Παύλῳ. Εἶπε δὲ, φησὶ, ὁ Κύριος δι᾽ ὁράματος τῷ Παύλῳ· Μὴ φοβοῦ, ἀλλὰ λάλει. Διὰ τοῦτο πολὺν χρόνον μένει ἐκεῖ· ἔπειθε μὲν γὰρ αὐτὸν καὶ τὸ πλῆθος, ἡ δὲ οἰκείωσις τοῦ Χριστοῦ πλέον. Μείζων γὰρ ὁ κίνδυνος ἐγένετο λοιπὸν καὶ τῶν πλειόνων πιστευόντων καὶ τοῦ ἀρχισυναγώγου. Μὴ φοβοῦ, φησί. Τοῦτο ἱκανὸν αὐτὸν διαναστῆσαι, ὅτι ἠλέγχθη φοβούμενος ἢ οὐκ ἠλέγχθη μὲν, ἀλλ᾽ ὥστε μηδὲ τοῦτο παθεῖν, παραθαῤῥύνεται. Οὐ γὰρ ἀεὶ αὐτοὺς πάσχειν εἴα κακῶς, ὥστε μὴ ἀσθενεστέρους γενέσθαι. Οὐδὲν γὰρ οὕτως ἐλύπει τὸν Παῦλον, ὡς οἱ ἀπειθοῦντες, ὡς οἱ ἀντιτασσόμενοι.
Μετάφραση
Ο δε Κρίσπος, ο αρχισυνάγωγος, λέγει, πίστεψε στον Κύριο μαζί με όλο τον οίκο του. Πρόσεξε ότι οι πιστοί τότε το έπρατταν αυτό μαζί με ολόκληρη την οικογένειά τους. Όταν συνέβη αυτό, αμέσως και πολλοί άλλοι πίστεψαν και βαπτίστηκαν. Σε αυτόν τον Κρίσπο αναφέρεται, τον αρχισυνάγωγο, για τον οποίο λέγει όταν γράφει: «Κανέναν άλλον δεν βάπτισα, παρά μόνο τον Κρίσπο και τον Γάιο». Θεωρώ δε ότι αυτός ονομάζεται και Σωσθένης, ο οποίος ήταν άνθρωπος με τόση πίστη, ώστε και ξυλοκοπήθηκε και παρευρισκόταν πάντοτε μαζί με τον Παύλο. Είπε δε ο Κύριος, αναφέρει, μέσω οράματος στον Παύλο: «Μη φοβάσαι, αλλά μίλα». Γι' αυτό τον λόγο παραμένει πολύ καιρό εκεί· διότι τον έπειθε μεν το πλήθος, αλλά η οικειότητα του Χριστού ακόμη περισσότερο. Διότι ο κίνδυνος πλέον είχε καταστεί μεγαλύτερος, αφού πίστευαν και οι περισσότεροι και ο αρχισυνάγωγος. «Μη φοβάσαι», λέγει. Αυτό ήταν ικανό για να τον ανορθώσει, το ότι δηλαδή ελέγχθηκε επειδή φοβόταν, ή μάλλον δεν ελέγχθηκε, αλλά ενθαρρύνεται για να μην πάθει ούτε καν αυτό. Διότι δεν τους άφηνε πάντοτε να κακοπαθούν, για να μην καταστούν πιο αδύναμοι. Επειδή τίποτε δεν λυπούσε τόσο τον Παύλο, όσο εκείνοι που απειθούσαν, όσο εκείνοι που εναντιώνονταν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες