Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ, ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα, εἰ μὴ Κρίσπον καὶ Γάϊον, ἵνα μή τις εἴπῃ ὅτι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβαπτίσθητε. Ἐβάπτισα δὲ καὶ τὸν Στεφανᾶ οἶκον. Λοιπὸν οὐκ οἶδα εἴ τινα ἄλλον ἐβάπτισα.» Ὅμοιον ὡς εἰ λέγοι· Τί μέγα φρονεῖς ἐπὶ τῷ βαπτίσαι, ὅπου γε ἐγὼ καὶ εὐχαριστῶ ὅτι οὐκ ἐποίησα τοῦτο; Ταῦτα δὲ λέγων, καθαιρεῖ τὸ ἐπὶ τοῦτο φύσημα οἰκονομικῶς, οὐχὶ τὴν δύναμιν τοῦ βαπτίσματος, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τὴν ἄνοιαν τῶν μέγα ἀπὸ τοῦ βαπτίζειν φρονούντων. Μέγα μὲν γὰρ τὸ βάπτισμα, ἀλλὰ μέγα αὐτὸ οὐχ ὁ βαπτίζων ποιεῖ, ἀλλ᾽ ὁ καλούμενος εἰς τὸ βάπτισμα. Λέγει δὲ καὶ τὴν αἰτίαν δι᾽ ἣν εὐχαριστεῖ· ἵνα μή τις εἴπῃ, φησὶν, ὅτι Εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐβαπτίσθητε. Οὐχ ὅτι δὲ περὶ ἐκείνων τοῦτο ἔλεγεν, ἀλλ᾽ ὅτι ἐφοβεῖτο, μὴ εἰς τοῦτο προβῇ τὸ κακὸν τὸ νόσημα. «Οὐ γὰρ ἀπέστειλέν με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ᾽ εὐαγγελίζεσθαι.» Τί οὖν ἐβάπτιζες; φησίν. Οὐκ ἐναντιούμενος, φησὶν, τῷ πέμποντι, ἐβάπτιζον, ἀλλ᾽ ὡς ἐκ περιουσίας τοῦτο ποιῶν. Καὶ ὥσπερ ἐπὶ τῶν χηρῶν εἰπόντων τῶν ἀποστόλων, Οὐκ ἔστιν ἀρεστὸν καταλειπόντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ διακονεῖν τραπέζαις, διηκονήσατο, οὐκ ἐναντιούμενος ἐκείνοις, ἀλλ᾽ ἐκ περιουσίας τοῦτο ποιῶν· οὕτω καὶ ἐνταῦθα. «Οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.
Μετάφραση
«Ευχαριστώ τον Θεό που κανέναν από εσάς δεν βάπτισα, παρά μόνο τον Κρίσπο και τον Γάιο, για να μην πει κανείς ότι βαπτιστήκατε στο δικό μου όνομα. Βάπτισα δε και τον οίκο του Στεφανά. Κατά τα λοιπά, δεν γνωρίζω αν βάπτισα κανέναν άλλον.» Είναι σαν να λέει: Γιατί υπερηφανεύεσαι που βαπτίζεις, τη στιγμή που εγώ μέχρι και ευχαριστώ τον Θεό που δεν το έκανα αυτό; Λέγοντας αυτά, καταρρίπτει κατ' οικονομίαν την έπαρση γι' αυτό το ζήτημα, όχι βέβαια τη δύναμη του βαπτίσματος —μη γένοιτο!— αλλά την ανοησία εκείνων που υπερηφανεύονται επειδή βαπτίζουν. Διότι, βέβαια, το βάπτισμα είναι μεγάλο, αλλά μεγάλο δεν το κάνει αυτός που βαπτίζει, αλλά Εκείνος που επικαλείται στο βάπτισμα. Αναφέρει μάλιστα και την αιτία για την οποία ευχαριστεί: «για να μην πει κανείς», λέει, «ότι βαπτιστήκατε στο δικό μου όνομα». Όχι ότι το έλεγε αυτό για εκείνους, αλλά επειδή φοβόταν μήπως προχωρήσει σε αυτό το σημείο αυτή η κακή ασθένεια. «Διότι δεν με απέστειλε ο Χριστός για να βαπτίζω, αλλά για να κηρύττω το Ευαγγέλιο». Τότε, γιατί βάπτιζες; θα πει κάποιος. Δεν βάπτιζα αντιτιθέμενος σε Αυτόν που με έστειλε, λέει, αλλά κάνοντάς το εκ περισσού. Και όπως ακριβώς στην περίπτωση των χηρών, όταν οι απόστολοι είπαν: «Δεν είναι σωστό να εγκαταλείψουμε τον λόγο του Θεού για να διακονούμε σε τραπέζια», εκείνος διακόνησε, όχι αντιτιθέμενος σε αυτούς, αλλά κάνοντάς το εκ περισσού· έτσι συμβαίνει και εδώ. «Όχι με σοφία λόγου, για να μην αποβεί κενός ο σταυρός του Χριστού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες