〈Τῆς〉 πρὸς Κορινθίους 〈α〉, παρ᾽ αὐτῷ δὲ Μαρκίωνι 〈β〉 καὶ παρ᾽ ἡμῖν 〈β〉. 〈α〉 (〈θ〉). «Γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω». 〈β〉 (〈ι〉). «Ἵνα, καθὼς γέγραπται, ὁ καυχώμενος ἐν κυρίῳ καυχάσθω». 〈γ〉 (〈ια〉). «Τῶν ἀρχόντων τοῦ αἰῶνος τούτου τῶν καταργουμένων». 〈δ〉 (〈ιβ〉). «Γέγραπται γάρ· ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν. καὶ πάλιν· κύριος γινώσκει τοὺς διαλογισμοὺς τῶν ἀνθρώπων, ὅτι εἰσὶ μάταιοι». 〈ε〉 (〈ιγ〉). «Καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν ἐτύθη Χριστός». 〈ϛ〉 (〈ιδ〉). «Οὐκ οἴδατε ὅτι ὁ κολλώμενος τῇ πόρνῃ ἓν σῶμά ἐστιν; ἔσονται γάρ, φησίν, οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν». 〈ζ〉 (〈ιε〉). Μετηλλαγμένως· ἀντὶ γὰρ τοῦ «ἐν τῷ νόμῳ» λέγει «ἐν τῷ Μωυσέως νόμῳ». λέγει δὲ πρὸ τούτου· «ἢ καὶ ὁ νόμος ταῦτα οὐ λέγει;». 〈η〉 (〈ιϛ〉). «Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ θεῷ;» 〈θ〉 (〈ιζ〉). «Οὐ θέλω γὰρ ὑμᾶς ἀγνοεῖν, ἀδελφοί, ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν ὑπὸ τὴν νεφέλην ἦσαν καὶ πάντες διὰ τῆς θαλάσσης διῆλθον καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πνευματικὸν ἔφαγον βρῶμα καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πνευματικὸν ἔπιον πόμα. ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας· ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός. ἀλλ᾽ οὐκ ἐν τοῖς πλείοσιν αὐτῶν ηὐδόκησε. ταῦτα δὲ τύποι ἡμῶν ἐγενήθησαν, πρὸς τὸ μὴ εἶναι ἡμᾶς ἐπιθυμητὰς κακῶν, καθὼς κἀκεῖνοι ἐπεθύμησαν.
Μετάφραση
Από 〈την〉 〈Α΄〉 προς Κορινθίους, ενώ για τον ίδιο τον Μαρκίωνα είναι 〈Β΄〉 και σε εμάς 〈Β΄〉. 〈α〉 (〈θ〉). «Διότι είναι γραμμένο: θα καταστρέψω τη σοφία των σοφών και θα αθετήσω τη σύνεση των συνετών». 〈β〉 (〈ι〉). «Ώστε, καθώς είναι γραμμένο, εκείνος που καυχάται, στον Κύριο να καυχάται». 〈γ〉 (〈ια〉). «Των αρχόντων αυτού του αιώνα οι οποίοι καταργούνται». 〈δ〉 (〈ιβ〉). «Διότι είναι γραμμένο: αυτός που συλλαμβάνει τους σοφούς στην πανουργία τους. Και πάλι: ο Κύριος γνωρίζει τους διαλογισμούς των ανθρώπων, ότι είναι μάταιοι». 〈ε〉 (〈ιγ〉). «Διότι και το Πάσχα μας, ο Χριστός, θυσιάστηκε». 〈στ〉 (〈ιδ〉). «Δεν γνωρίζετε ότι εκείνος που προσκολλάται στην πόρνη είναι ένα σώμα μαζί της; Διότι, λέει, θα γίνουν οι δύο μία σάρκα». 〈ζ〉 (〈ιε〉). Παραλλαγμένα· διότι αντί για το «στον νόμο» λέει «στον νόμο του Μωυσή». Και πριν από αυτό λέει: «ή μήπως και ο νόμος δεν τα λέει αυτά;». 〈η〉 (〈ιστ〉). «Μήπως ο Θεός ενδιαφέρεται για τα βόδια;» 〈θ〉 (〈ιζ〉). «Διότι δεν θέλω να αγνοείτε, αδελφοί, ότι οι πατέρες μας ήταν κάτω από τη νεφέλη και όλοι πέρασαν μέσα από τη θάλασσα και όλοι έφαγαν την ίδια πνευματική τροφή και όλοι ήπιαν το ίδιο πνευματικό ποτό. Διότι έπιναν από την πνευματική πέτρα που τους ακολουθούσε· και η πέτρα ήταν ο Χριστός. Αλλά στους περισσότερους από αυτούς δεν ευαρεστήθηκε (ο Θεός). Αυτά δε έγιναν τύποι για εμάς, ώστε να μην επιθυμούμε τα κακά, όπως εκείνοι τα επιθύμησαν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες