τὴν δὲ δωδεκαετῆ παρθένον ἐκείνην, τὴν τοῦ ἀρχισυναγώγου θυγατέρα, ἣν ἐπιστὰς ὁ κύριος ἐκ νεκρῶν ἤγειρεν, τύπον εἶναι διηγοῦνται τῆς Ἀχαμώθ, ἣν ἐπεκταθεὶς ὁ Χριστὸς αὐτῶν ἐμόρφωσεν καὶ εἰς αἴσθησιν ἤγαγε τοῦ καταλιπόντος αὐτὴν φωτός. ὅτι δὲ αὐτῇ ἐπέφανεν 〈ἑαυτὸν〉 ὁ σωτήρ, ἐκτὸς οὔσῃ τοῦ Πληρώματος ἐν ἐκτρώματος μοίρᾳ, τὸν Παῦλον λέγουσιν εἰρηκέναι ἐν τῇ πρώτῃ πρὸς Κορινθίους «ἔσχατον δὲ πάντων ὡσπερεὶ τῷ ἐκτρώματι ὤφθη κἀμοί». τήν τε μετὰ τῶν ἡλικιωτῶν τοῦ Σωτῆρος παρουσίαν πρὸς τὴν Ἀχαμὼθ ὁμοίως πεφανερωκέναι αὐτὸν ἐν τῇ αὐτῇ ἐπιστολῇ εἰπόντα «δεῖ τὴν γυναῖκα κάλυμμα ἔχειν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς διὰ τοὺς ἀγγέλους»· καὶ ὅτι ἥκοντος τοῦ Σωτῆρος πρὸς αὐτὴν δι᾽ αἰδῶ κάλυμμα ἐπέθετο ἡ Ἀχαμὼθ 〈ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτῆς〉, Μωσέα πεποιηκέναι φανερόν, κάλυμμα θέμενον ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ. καὶ τὰ πάθη δὲ αὐτῆς ἃ ἔπαθεν *, ἐπισεσημειῶσθαι τὸν κύριον φάσκουσιν, καὶ ἐν μὲν τῷ εἰπεῖν ἐν τῷ σταυρῷ «ὁ θεός μου, εἰς τί ἐγκατέλιπές με» μεμηνυκέναι αὐτὸν ὅτι ἀπελείφθη ἀπὸ τοῦ φωτὸς ἡ Σοφία καὶ ἐκωλύθη ὑπὸ τοῦ Ὅρου τῆς εἰς τοὔμπροσθεν ὁρμῆς, τὴν δὲ λύπην αὐτῆς ἐν τῷ εἰπεῖν «περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου», τὸν δὲ φόβον ἐν τῷ εἰπεῖν «πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ᾽ ἐμοῦ τὸ ποτήριον» καὶ τὴν ἀπορίαν δὲ ὡσαύτως ἐν τῷ εἰρηκέναι «καὶ τί εἴπω οὐκ οἶδα».
Μετάφραση
Εκείνη δε τη δωδεκάχρονη παρθένο, την κόρη του αρχισυναγώγου, την οποία ο Κύριος όταν την πλησίασε ανέστησε από τους νεκρούς, διηγούνται ότι αποτελεί τύπο της Αχαμώθ, στην οποία ο δικός τους Χριστός, εκτεινόμενος, έδωσε μορφή και την έφερε σε επίγνωση του φωτός που την είχε εγκαταλείψει. Και ότι ο Σωτήρας φανερώθηκε σε αυτήν, ενώ βρισκόταν έξω από το Πλήρωμα σε κατάσταση εκτρώματος, λένε ότι το έχει πει ο Παύλος στην Πρώτη προς Κορινθίους επιστολή: «έπειτα από όλους, σαν σε έκτρωμα, εμφανίστηκε και σε εμένα». Την δε παρουσία του Σωτήρα μαζί με τους συνομήλικους αγγέλους ενώπιον της Αχαμώθ, ομοίως λένε ότι την φανέρωσε στην ίδια επιστολή, λέγοντας: «η γυναίκα οφείλει να έχει κάλυμμα στο κεφάλι της εξαιτίας των αγγέλων»· και ότι, όταν ο Σωτήρας ήλθε σε αυτήν, η Αχαμώθ από συστολή έθεσε κάλυμμα στο πρόσωπό της, ισχυρίζονται ότι το κατέστησε φανερό ο Μωυσής, ο οποίος έβαλε κάλυμμα στο δικό του πρόσωπο. Ακόμη και τα πάθη τα οποία αυτή υπέστη, διατείνονται ότι τα υπέδειξε ο Κύριος, και λέγοντας πάνω στον σταυρό «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» φανέρωσε ότι η Σοφία εγκαταλείφθηκε από το φως και εμποδίστηκε από τον Όρο στην ορμή της προς τα εμπρός, τη δε λύπη της την υπέδειξε λέγοντας «περίλυπη είναι η ψυχή μου», τον φόβο λέγοντας «Πατέρα, αν είναι δυνατόν, ας παρέλθει από εμένα το ποτήριο», και ομοίως την αμηχανία λέγοντας «και τι να πω δεν γνωρίζω».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες