ΟΜΙΛΙΑ ΚΖʹ. Τοῦτο δὲ παραγγέλλων, οὐκ ἐπαινῶ ὅτι οὐκ εἰς τὸ κρεῖττον, ἀλλ᾽ εἰς τὸ ἧττον συνέρχεσθε. αʹ. Ἀναγκαῖον καὶ τοῦ παρόντος ἐγκλήματος πρότερον τὴν αἰτίαν εἰπεῖν· οὕτω γὰρ ἡμῖν εὐμαθέστερος πάλιν ἔσται ὁ λόγος. Τίς οὖν ἐστιν αὕτη; Καθάπερ ἐπὶ τῶν τρισχιλίων τῶν ἐξ ἀρχῆς πιστευσάντων κοινῇ πάντες εἱστιῶντο, καὶ κοινὰ πάντα ἐκέκτηντο· οὕτω καὶ τότε ὅτε ταῦτα ἔγραψεν ὁ Ἀπόστολος ἐγίνετο, οὐχ οὕτω μὲν μετὰ ἀκριβείας, ὥσπερ δέ τις ἀπόῤῥοια τῆς κοινωνίας ἐκείνης ἐναπομείνασα, καὶ εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα κατέβη. Καὶ ἐπειδὴ συνέβαινε τοὺς μὲν πένητας εἶναι, τοὺς δὲ πλουσίους, τὰ μὲν ἑαυτῶν οὐ κατετίθεντο πάντα εἰς μέσον, κοινὰς δὲ ἐποιοῦντο τὰς τραπέζας ἐν ἡμέραις νενομισμέναις, ὡς εἰκὸς, καὶ τῆς συνάξεως ἀπαρτισθείσης μετὰ τὴν τῶν μυστηρίων κοινωνίαν ἐπὶ κοινὴν πάντες ᾔεσαν εὐωχίαν, τῶν μὲν πλουτούντων φερόντων τὰ ἐδέσματα, τῶν δὲ πενομένων καὶ οὐδὲν ἐχόντων ὑπ᾽ αὐτῶν καλουμένων, καὶ κοινῇ πάντων ἑστιωμένων. Ἀλλ᾽ ὕστερον καὶ τοῦτο διεφθάρη τὸ ἔθος. Τὸ δὲ αἴτιον ἐκ τοῦ διεσπάσθαι καὶ προσνέμειν ἑαυτοὺς, τοὺς μὲν τούτοις, τοὺς δὲ ἐκείνοις, καὶ λέγειν· Ἐγὼ μέν εἰμι τοῦ δεῖνος, ἐγὼ δὲ τοῦ δεῖνος· ὅπερ καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς Ἐπιστολῆς διορθούμενος ἔλεγεν· Ἐδηλώθη γάρ μοι περὶ ὑμῶν, ἀδελφοί μου, ὑπὸ τῶν Χλόης, ὅτι ἔριδες ἐν ὑμῖν εἰσι.
Μετάφραση
Παραγγέλλοντας δε αυτό, δεν σας επαινώ, διότι συνέρχεσθε όχι για το καλύτερο, αλλά για το χειρότερο. Είναι αναγκαίο να πούμε πρωτύτερα την αιτία και αυτής της κατηγορίας· διότι έτσι ο λόγος μας θα γίνει πάλι πιο ευκολονόητος. Ποια είναι λοιπόν αυτή; Όπως ακριβώς στην περίπτωση των τριών χιλιάδων που πίστεψαν στην αρχή, όλοι γευμάτιζαν από κοινού και είχαν τα πάντα κοινά, έτσι γινόταν και την εποχή που ο Απόστολος έγραφε αυτά. Όχι βέβαια με την ίδια ακρίβεια, αλλά σαν μια απόρροια εκείνης της κοινωνίας που είχε εναπομείνει, η οποία έφτασε και στους μεταγενέστερους. Και επειδή συνέβαινε άλλοι να είναι φτωχοί και άλλοι πλούσιοι, δεν έθεταν μεν όλα τα υπάρχοντά τους στο μέσο, έκαναν όμως κοινά τραπέζια σε καθορισμένες ημέρες, όπως ήταν φυσικό. Και αφού ολοκληρωνόταν η λατρευτική σύναξη, μετά την κοινωνία των μυστηρίων, όλοι προσέρχονταν σε κοινή εστίαση· οι μεν πλούσιοι έφερναν τα φαγητά, οι δε φτωχοί που δεν είχαν τίποτα προσκαλούνταν από αυτούς, και όλοι γευμάτιζαν από κοινού. Αλλά αργότερα χάλασε και αυτό το έθιμο. Η αιτία δε αυτού ήταν ότι διασπάστηκαν και προσκολλούνταν άλλοι στους μεν και άλλοι στους δε, λέγοντας: «Εγώ ανήκω στον τάδε και εγώ στον τάδε». Αυτό ακριβώς διόρθωνε και στην αρχή της Επιστολής λέγοντας: «Διότι μου έγινε γνωστό για εσάς, αδελφοί μου, από τους οικείους της Χλόης, ότι υπάρχουν μεταξύ σας έριδες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες