Πῶς γάρ; Ὅ γε τοῦ Ἀποστόλου μαθητὴς γνήσιος τοῦ εἰπόντος· «Πᾶς ἀνὴρ προσευχόμενος ἢ προφητεύων κατὰ κεφαλῆς ἔχων καταισχύνει τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ», καὶ «Ἀνὴρ μὲν οὐκ ὀφείλει κατακαλύπτεσθαι εἰκὼν καὶ δόξα Θεοῦ ὑπάρχων». Ἔφευγε τοὺς ὅρκους ἡ καθαρὰ ἐκείνη ψυχὴ καὶ ἀξία τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κοινωνίας, ἀρκουμένη τῷ ναὶ καὶ τῷ οὒ διὰ τὸ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου εἰπόντος· «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως». Οὐκ ἠνείχετο εἰπεῖν τὸν ἀδελφὸν ἑαυτοῦ μωρὸν ἐκεῖνος· ἐφοβεῖτο γὰρ τὴν ἀπειλὴν τοῦ Κυρίου. Θυμὸς καὶ ὀργὴ καὶ πικρία ἐκ τοῦ στόματος ἐκείνου οὐκ ἐξεπορεύετο. Λοιδορίαν ἐμίσει ὡς εἰς βασιλείαν οὐρανῶν οὐκ εἰσάγουσαν.
Μετάφραση
Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αυτός ήταν γνήσιος μαθητής του Αποστόλου, ο οποίος είπε: «Κάθε άνδρας που προσεύχεται ή προφητεύει έχοντας καλυμμένο το κεφάλι, καταισχύνει το κεφάλι του», και «Ο άνδρας βέβαια δεν οφείλει να καλύπτεται, εφόσον είναι εικόνα και δόξα του Θεού». Απέφευγε τους όρκους εκείνη η καθαρή ψυχή που ήταν άξια της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος, αρκούμενη στο ναι και στο όχι εξαιτίας του προστάγματος του Κυρίου που είπε: «Εγώ όμως σας λέω να μην ορκίζεστε καθόλου». Δεν ανεχόταν εκείνος να αποκαλέσει τον αδελφό του ανόητο, διότι φοβόταν την απειλή του Κυρίου. Θυμός και οργή και πικρία δεν εκπορεύονταν από εκείνο το στόμα. Μισούσε τη λοιδορία, ως κάτι που δεν εισάγει στη βασιλεία των ουρανών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες