ΚΕΦΑΛΗ Δ. Ὅτι τύπος ἦν τοῦ Χριστοῦ προηγουμένη τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἔρημον ἡ ἁγία σκηνὴ, καὶ ἡ κιβωτὸς δὲ ἡ ἐν αὐτῇ καὶ ἡ λυχνία καὶ τὰ θυσιαστήρια δὲ, τό τε τοῦ θυμιάματος καὶ τὸ τῶν καρπωμάτων, αὐτὸν ἐσήμαινε τὸν Χριστόν. <Ἀπεκρίθη αὐτῷ Σίμων Πέτρος Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις.> ΔΙ᾽ ἑνὸς οἱ πάντες λαλοῦσι τοῦ προὔχοντος, τὴν ἁγίοις ὄντως πρεπωδεστάτην ἀποσώζοντες ἐπιστήμην, ἵνα δὴ τύπος τοῖς μετ᾽ αὐτοὺς κἀν τούτῳ πάλιν εὑρίσκοιντο σώφρονός τε καὶ ἀξιαγάστου λογισμοῦ· χρῆν γὰρ εἰς διδασκάλου λαλεῖν ἀκοὰς, οὐχὶ πάντας ἀδιακρίτως προπηδῶντας τῶν ἄλλων προαλέστερον, καὶ τὸ ἀγορεύειν οὐκ αὐτοῖς πρεπόντως ἁρπάζοντας, παραχωρεῖν δὲ μᾶλλον ἐπείγεσθαι σοφῶς τοῖς οἵπερ ἂν εἶεν καὶ βουλῇ καὶ τάξει προτεταγμένοι. διὰ τοῦτο καὶ ὁ Παῦλος “Προφῆται, φησὶ, δύο ἢ τρεῖς λαλείτωσαν, καὶ ἀνὰ ”μέρος.” οὐ γὰρ ἐπειδήπερ τῇ τῆς προφητείας τετίμηνται χάριτι, διὰ τοῦτο χρῆναι αὐτοὺς καὶ ἀτάκτως ποιεῖσθαι τὸν λόγον ἐπεψηφίζετο· ἀλλ᾽ ἐπείπερ ἦσαν ἅγιοι, διὰ τοῦτο δὴ μᾶλλον ἐπιστημόνως τοῖς ἀκροωμένοις προσλαλεῖν διεκελεύετο. οὐκοῦν ἐπιστήμης ἦν ἔργον ἁγιοπρεποῦς τὸ ὑπὲρ πάντων ἀπολογεῖσθαι μόνον ἐᾶν τὸν ᾧπερ ὑπῆρχε τὸ μεῖζον ἐν τάξει. Πρὸς τίνα τοιγαροῦν ἀπελευσόμεθα, φησὶν, ἀντὶ τοῦ Τίς ἡμᾶς μυσταγωγήσει τὰ παραπλήσια; ἢ καὶ τίνι προσελθόντες τὸ κρεῖττον εὑρήσομεν;
Μετάφραση
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'. Ότι η αγία σκηνή που προηγούνταν του λαού στην έρημο ήταν τύπος του Χριστού, και ότι η κιβωτός που βρισκόταν μέσα σε αυτήν, καθώς και η λυχνία και τα θυσιαστήρια, τόσο του θυμιάματος όσο και των ολοκαυτωμάτων, σήμαιναν τον ίδιο τον Χριστό. «Αποκρίθηκε σε αυτόν ο Σίμων Πέτρος: Κύριε, σε ποιον θα πάμε; Έχεις ρήματα αιώνιας ζωής.» Μέσω ενός, αυτού που υπερείχε, μιλούν όλοι, διατηρώντας τη σύνεση που ταιριάζει απόλυτα στους αγίους, ώστε και σε αυτό να αποτελέσουν πάλι πρότυπο συνετού και αξιοθαύμαστου λογισμού για τους μεταγενέστερους· διότι έπρεπε να μιλούν στον δάσκαλο όχι όλοι αδιακρίτως, προτρέχοντας ορμητικά ο ένας του άλλου, ούτε να αρπάζουν τον λόγο χωρίς να τους αρμόζει, αλλά μάλλον να σπεύδουν σοφά να τον παραχωρούν σε εκείνους που υπερείχαν τόσο σε κρίση όσο και σε ιεραρχία. Γι' αυτό και ο Παύλος λέει: «Οι προφήτες, ας μιλούν δύο ή τρεις, και με τη σειρά.» Διότι δεν αποφαινόταν ότι, επειδή είχαν τιμηθεί με τη χάρη της προφητείας, έπρεπε γι' αυτό να μιλούν άτακτα· αντίθετα, ακριβώς επειδή ήταν άγιοι, τους έδινε την εντολή να απευθύνονται στους ακροατές με μεγαλύτερη σύνεση. Επομένως, ήταν έργο αγιοπρεπούς επίγνωσης το να αφήνουν να απαντά εκ μέρους όλων μόνο εκείνος που είχε το προβάδισμα στην ιεραρχία. «Σε ποιον λοιπόν θα πάμε;», λέει, αντί του: Ποιος θα μας μυσταγωγήσει σε παρόμοια πράγματα; Ή, σε ποιον θα προσελθούμε και θα βρούμε το καλύτερο;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες