Εἰ γὰρ μὴ ἔστιν ἀνάστασις, φησὶ, σκηνὴ τὰ ῥήματα ταῦτα· εἰ μὴ ἔστιν ἀνάστασις, πῶς αὐτοὺς πείθομεν πιστεύειν, ἅπερ οὐ διδόαμεν; ὥσπερ ἂν εἴ τις κελεύων γραμματεῖον ἐκθέσθαι ὅτι τὸ καὶ τὸ ἔλαβε, μηκέτι δῴη τὰ ἐγγραφέντα, εἶτα μετὰ τὴν ὑπογραφὴν ἀπαιτοίη τὰ ἐγγεγραμμένα. Τί γὰρ ποιήσει λοιπὸν ὁ ὑπογράψας, ὑπεύθυνον μὲν ἑαυτὸν ποιήσας, οὐ λαβὼν δὲ ἅπερ ὡμολόγησεν εἰληφέναι; Τοῦτο γὰρ καὶ ἐνταῦθα λέγει περὶ τῶν βαπτιζομένων. Τί ποιήσουσιν οἱ βαπτιζόμενοι, φησὶν, ὑπογράψαντες μὲν ἀνάστασιν σωμάτων νεκρῶν, οὐ λαμβάνοντες δὲ, ἀλλ᾽ ἀπατώμενοι; τί δὲ ὅλως καὶ τῆς ὁμολογίας ταύτης ἔδει, εἰ τὸ ἔργον μὴ εἵπετο; Τί καὶ ἡμεῖς κινδυνεύομεν πᾶσαν ὥραν; Καθ᾽ ἡμέραν ἀποθνήσκω, νὴ τὴν ὑμετέραν καύχησιν, ἣν ἔχω ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ὅρα πάλιν πόθεν ἐπιχειρεῖ κατασκευάσαι τὸ δόγμα, ἀπὸ τῆς οἰκείας ψήφου, μᾶλλον δὲ οὐ τῆς αὐτοῦ μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς τῶν λοιπῶν ἀποστόλων.
Μετάφραση
Διότι, εάν δεν υπάρχει ανάσταση, λέει, τα λόγια αυτά είναι απλή σκηνοθεσία· εάν δεν υπάρχει ανάσταση, πώς τους πείθουμε να πιστεύουν αυτά τα οποία δεν τους παρέχουμε; Είναι σαν να ζητούσε κάποιος να συνταχθεί ένα έγγραφο ότι έλαβε το τάδε και το τάδε, και στη συνέχεια να μη δώσει τα αναγραφόμενα, και μετά την υπογραφή να απαιτεί όσα έχουν εγγραφεί. Τι θα κάνει λοιπόν αυτός που υπέγραψε, έχοντας μεν καταστήσει τον εαυτό του υπόλογο, χωρίς όμως να έχει λάβει αυτά που ομολόγησε ότι έλαβε; Διότι αυτό ακριβώς λέει και εδώ για όσους βαπτίζονται. Τι θα κάνουν όσοι βαπτίζονται, λέει, οι οποίοι προσυπέγραψαν μεν την ανάσταση των νεκρών σωμάτων, αλλά δεν την λαμβάνουν, παρά εξαπατώνται; Και προς τι ήταν εξάλλου αναγκαία αυτή η ομολογία, εάν δεν επρόκειτο να ακολουθήσει η πραγμάτωσή της; Γιατί και εμείς κινδυνεύουμε κάθε ώρα; Καθημερινά πεθαίνω, μα την καύχηση για εσάς, την οποία έχω εν Χριστώ Ιησού. Δες πάλι από πού επιχειρεί να θεμελιώσει το δόγμα: από τη δική του μαρτυρία, ή μάλλον όχι μόνο από τη δική του, αλλά και από εκείνη των υπόλοιπων αποστόλων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες