Εἰ γὰρ καὶ ἔλεγεν, Οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, ὅμως γινώσκων ὃ ἔλαβε, καὶ οὐκ ἀγνοῶν τὸν δεδωκότα, ἔγραφεν· Οὐαὶ γάρ μοί ἐστιν, ἐὰν μὴ εὐαγγελίζωμαι· ὥσπερ δὲ τὸ οὐαί μοι οὐκ εὐαγγελιζόμενος, οὕτως διδάσκων καὶ κηρύσσων τὸ Εὐαγγέλιον, χαρὰν καὶ στέφανον εἶχε τοὺς μαθητευομένους· διὰ τοῦτο καὶ σπουδὴ τῶν ἁγίων μέχρι τοῦ Ἰλλυρικοῦ κηρύττειν, καὶ μὴ ὀκνεῖν μηδὲ εἰς τὴν Ῥώμην ἀπελθεῖν, μηδὲ εἰς τὰς Σπανίας ἀναβῆναι, ἵνα ὅσον κοπιᾷ, τοσοῦτον καὶ τοῦ κόπου τὸν μισθὸν μείζονα ἀπολάβῃ. Ἐκαυχᾶτο οὖν τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἀγωνισάμενος, καὶ ἐθάῤῥει τὸν μέγαν στέφανον ἀποληψόμενος. Οὐκοῦν, ἀγαπητὲ Δρακόντιε, τίνα μιμούμενος τοῦτο ποιεῖς; τοῦτον, ἢ τοὺς μὴ τοιούτους;
Μετάφραση
Διότι, αν και έλεγε: «Δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι απόστολος», εντούτοις, γνωρίζοντας τι είχε λάβει και μην αγνοώντας Εκείνον που του το είχε δώσει, έγραφε: «Αλίμονό μου, εάν δεν κηρύττω το Ευαγγέλιο». Και όπως ακριβώς ίσχυε το αλίμονο όταν δεν κήρυττε, έτσι, διδάσκοντας και κηρύσσοντας το Ευαγγέλιο, είχε ως χαρά και στεφάνι του εκείνους που μαθήτευαν. Γι' αυτό και ήταν φροντίδα των αγίων να κηρύττουν μέχρι το Ιλλυρικό, και να μη διστάζουν ούτε στη Ρώμη να μεταβούν ούτε στις Ισπανίες να φθάσουν, ώστε, όσο περισσότερο κοπιάζει κανείς, τόσο μεγαλύτερο να λάβει τον μισθό του κόπου του. Καυχόταν, λοιπόν, επειδή αγωνίστηκε τον καλόν αγώνα, και είχε την πεποίθηση ότι θα λάβει το μέγα στεφάνι. Επομένως, αγαπητέ Δρακόντιε, ποιον μιμείσαι πράττοντας αυτό; Αυτόν ή εκείνους που δεν είναι σαν κι αυτόν;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες