Ἐν μὲν γὰρ τοῖς ἔμπροσθεν τοὺς ἄρχοντας κατέβαλεν, εἰπὼν, ὅτι οὐδενὸς ἀξία ἡ σοφία τοῦ λόγου· ἐνταῦθα δὲ τοὺς ἀρχομένους πλήττει, λέγων· Ὅταν γὰρ λέγῃ τις, Ἐγὼ μὲν εἰμὶ Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλὼ, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε; καὶ δείκνυσιν ὅτι τοῦτο οὐ μόνον αὐτοὺς οὐδὲν ὤνησεν, οὐδὲ προσλαβεῖν τι πεποίηκεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν τῶν μειζόνων ὠφέλειαν ἐνεπόδισε. Τοῦτο γὰρ ζῆλον ἔτεκεν· ὁ δὲ ζῆλος σαρκικοὺς ἐποίησε· τὸ δὲ γενέσθαι σαρκικοὺς, οὐκ ἀφῆκεν ἀκοῦσαι τῶν ὑψηλοτέρων. Τίς οὖν ἐστι Παῦλος, τίς δὲ Ἀπολλώς; Μετὰ γὰρ τὴν τῶν πραγμάτων κατασκευὴν καὶ ἀπόδειξιν, γυμνότερον λοιπὸν κέχρηται τῇ κατηγορίᾳ· καὶ τὸ αὐτοῦ ὄνομα τίθησι, πᾶσαν περιαιρῶν τραχύτητα, καὶ οὐκ ἀφεὶς ὀργισθῆναι πρὸς τὰ λεγόμενα. Εἰ γὰρ Παῦλος οὐδέν ἐστι καὶ οὐκ ἀγανακτεῖ, πολλῷ μᾶλλον ἐκείνους δυσχεραίνειν οὐκ ἐχρῆν. Διπλῇ τοίνυν αὐτοὺς παραμυθεῖται, τῷ τε ἑαυτὸν ὑποθεῖναι, καὶ τῷ μὴ παντὸς αὐτοὺς ἀποστερῆσαι ὡς οὐδὲν συντελοῦντας· ἀλλὰ δίδωσι μὲν αὐτοῖς τι μικρὸν, δίδωσι δὲ ὅμως. Εἰπὼν γὰρ, Τίς οὖν ἐστι Παῦλος, τίς δὲ Ἀπολλώς; ἐπήγαγεν· ἀλλ᾽ ἢ διάκονοι δι᾽ ὧν ἐπιστεύσατε; Τοῦτο δὲ αὐτὸ μὲν καθ᾽ ἑαυτὸ μέγα καὶ πολλῶν ἄξιον μισθῶν, πρὸς δὲ τὸ ἀρχέτυπον καὶ τὴν ῥίζαν τῶν ἀγαθῶν οὐδέν.
Μετάφραση
Διότι στα προηγούμενα μεν ταπείνωσε τους άρχοντες, λέγοντας ότι η σοφία του λόγου δεν έχει καμία αξία· εδώ όμως επιπλήττει τους αρχομένους, λέγοντας: «Διότι, όταν λέει κάποιος, “Εγώ μεν είμαι του Παύλου, εγώ δε του Απολλώ”, δεν είστε σαρκικοί;» Και αποδεικνύει ότι αυτό όχι μόνο δεν τους ωφέλησε σε τίποτα, ούτε τους προσέφερε κάτι επιπλέον, αλλά και τους εμπόδισε από την ωφέλεια των υψηλότερων πραγμάτων. Διότι αυτό γέννησε φθόνο· και ο φθόνος τους έκανε σαρκικούς· το δε να γίνουν σαρκικοί δεν τους επέτρεψε να ακούσουν τα υψηλότερα. Ποιος λοιπόν είναι ο Παύλος, και ποιος ο Απολλώς; Διότι μετά την τεκμηρίωση και την απόδειξη των πραγμάτων, διατυπώνει πλέον την κατηγορία πιο ξεκάθαρα· και τοποθετεί το δικό του όνομα, αφαιρώντας κάθε τραχύτητα και μην επιτρέποντας να οργιστούν με τα λεγόμενα. Διότι, εάν ο Παύλος δεν είναι τίποτα και δεν αγανακτεί, πολύ περισσότερο δεν έπρεπε εκείνοι να δυσανασχετούν. Με διπλό τρόπο λοιπόν τους παρηγορεί: αφενός με το να θέσει τον εαυτό του σε κατώτερη θέση, και αφετέρου με το να μην τους στερήσει τα πάντα σαν να μην προσφέρουν τίποτα· αλλά τους αποδίδει μεν κάτι μικρό, ωστόσο τους το αποδίδει. Διότι, αφού είπε, «Ποιος λοιπόν είναι ο Παύλος, και ποιος ο Απολλώς;», πρόσθεσε: «παρά μόνο διάκονοι μέσω των οποίων πιστέψατε;» Αυτό δε καθαυτό είναι μεν μεγάλο και άξιο πολλών αμοιβών, αλλά συγκρινόμενο με το αρχέτυπο και τη ρίζα των αγαθών δεν είναι τίποτα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες