Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Χριστὸς κελεύει πράως ἡμᾶς φέρειν τὰς ὕβρεις, ἵνα καὶ αὐτοὶ φιλοσοφῶμεν, κἀκείνους μᾶλλον ἐντρέπωμεν. Οὐ γὰρ οὕτως ὑβρίζων, ὡς σιγῶν τις, τοῦτο ἐργάζεται. Εἶτ᾽ ἐπειδὴ εἶδεν ἀφόρητον τὴν πληγὴν, ταχέως αὐτὴν ἐθεράπευσεν, εἰπών· Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾽ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. Οὐχ ὡς καταισχύνων γὰρ ὑμᾶς, ταῦτα λέγω, φησίν. Ὅπερ ἐποίησε διὰ τῶν ῥημάτων, τοῦτό φησιν οὐ πεποιηκέναι· μᾶλλον δὲ πεποιηκέναι μέν φησιν, οὐ μὴν διανοίᾳ πονηρᾷ καὶ μισούσῃ· ἐπεὶ καὶ ἀρίστη αὕτη ἡ θεραπεία, εἰπόντα τὸν λόγον προσθεῖναι τὴν ἀπὸ τῆς διανοίας ἀπολογίαν. Μὴ εἰπεῖν μὲν γὰρ οὐκ ἐνῆν, ἐπεὶ ἔμειναν ἂν ἀδιόρθωτοι· εἰπόντα δὲ ἀφεῖναι πάλιν τὴν πληγὴν ἀνίατον, χαλεπόν· διόπερ μετὰ βαρύτητος ἀπολογεῖται. Τοῦτο γὰρ οὐ μόνον οὐκ ἐξαίρει τὴν τομὴν, ἀλλὰ καὶ ἐνδοτέρω ποιεῖ καταδῦναι, τῆς πληγῆς τὴν ἀλγηδόνα παραμυθούμενον ἅπασαν. Ὁ γὰρ ἀκούσας, ὅτι οὐκ ὀνειδίζων, ἀλλ᾽ ἀγαπῶν ταῦτα λέγει, μᾶλλον καταδέχεται τὴν διόρθωσιν. Πολλὴ δὲ καὶ ἐνταῦθα ἡ βαρύτης καὶ ἡ ἐντροπή. Οὐ γὰρ εἶπεν, ὡς διδάσκαλος, οὐδὲ ὡς ἀπόστολος, οὐδὲ ὡς μαθητὰς ἔχων, ὅπερ τῆς ἀξίας ἦν, ἀλλ᾽, Ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ· καὶ οὐχ ἁπλῶς τέκνα, ἀλλὰ ποθούμενα.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο και ο Χριστός μάς προστάζει να υπομένουμε με πραότητα τις ύβρεις, ώστε και εμείς οι ίδιοι να επιδεικνύουμε πνευματική σύνεση, και εκείνους να τους κάνουμε περισσότερο να ντραπούν. Διότι αυτό δεν το κατορθώνει τόσο εκείνος που υβρίζει, όσο εκείνος που σιωπά. Έπειτα, επειδή είδε ότι η πληγή ήταν αφόρητη, γρήγορα τη θεράπευσε, λέγοντας: «Δεν γράφω αυτά για να σας ντροπιάσω, αλλά σας νουθετώ ως αγαπημένα μου τέκνα». Δεν τα λέω αυτά, λέει, για να σας καταντροπιάσω. Αυτό δηλαδή που έκανε με τα λόγια του, ισχυρίζεται ότι δεν το έκανε· ή μάλλον παραδέχεται μεν ότι το έπραξε, αλλά όχι με διάθεση πονηρή και γεμάτη μίσος· επειδή αυτή είναι η καλύτερη θεραπεία, όταν δηλαδή πει κανείς τον ελεγκτικό λόγο, να προσθέσει και την απολογία του ως προς τις προθέσεις του. Διότι το να μην μιλήσει δεν ήταν δυνατόν, αφού τότε θα παρέμεναν αδιόρθωτοι· αλλά, από την άλλη, αφού μίλησε, το να αφήσει πάλι την πληγή αθεράπευτη ήταν σκληρό· γι' αυτό απολογείται με πολλή σοβαρότητα. Διότι αυτό όχι μόνο δεν αναιρεί την τομή, αλλά την κάνει να εισχωρήσει και βαθύτερα, παρηγορώντας ταυτόχρονα όλο τον πόνο της πληγής. Επειδή εκείνος που ακούει ότι δεν του τα λέει αυτά για να τον ονειδίσει, αλλά από αγάπη, αποδέχεται ευκολότερα τη διόρθωση. Είναι δε μεγάλη και σε αυτό το σημείο η βαρύτητα και η αίσθηση της ντροπής. Διότι δεν μίλησε ούτε ως δάσκαλος, ούτε ως απόστολος, ούτε ως κάποιος που έχει μαθητές, πράγμα που ταίριαζε στο αξίωμά του, αλλά λέει: «Σας νουθετώ ως αγαπητά μου τέκνα»· και όχι απλώς τέκνα, αλλά πολυπόθητα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες