Ἀλλὰ «Τί μοι τοὺς ἔξω κρίνειν;» φησὶν ὁ εἰπών. Ἔξω γάρ εἰσιν ὡς ἀληθῶς ἐκεῖνοι τῆς τοῦ λόγου τῶν μυστηρίων αὐλῆς, οὐκ «ἐν τῇ σκέπῃ τοῦ θεοῦ», ἀλλ᾽ ἐν τῇ μάνδρᾳ τοῦ πονηροῦ «αὐλιζόμενοι», οἱ «ἐζωγρημένοι εἰς τὸ ἐκείνου θέλημα» κατὰ τὴν τοῦ ἀποστόλου φωνήν, καὶ διὰ τοῦτο μὴ συνιέντες, ὅτι πάσης ἀρετῆς ἐν μεσότητι θεωρουμένης ἡ ἐπὶ τὰ παρακείμενα παρατροπὴ κακία ἐστίν· ὑφέσεως γὰρ καὶ ἐπιτάσεως πανταχοῦ τις τὸ μέσον ἀπολαβὼν τὴν ἀρετὴν ἐκ τῆς κακίας διέκρινε.
Μετάφραση
Αλλά, «τι λόγο έχω εγώ να κρίνω αυτούς που βρίσκονται έξω;» λέει εκείνος που το είπε. Διότι, πράγματι, αυτοί βρίσκονται έξω από την αυλή του λόγου των μυστηρίων· δεν διαμένουν «υπό τη σκέπη του Θεού», αλλά «αυλίζονται» στη μάνδρα του πονηρού, όντας «αιχμαλωτισμένοι στο δικό του θέλημα», σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου, και για τον λόγο αυτό δεν κατανοούν ότι, εφόσον κάθε αρετή εντοπίζεται στη μεσότητα, η παρέκκλιση προς τα παρακείμενα άκρα αποτελεί κακία. Διότι παντού, όποιος υιοθετεί το μέσο μεταξύ της ελλείψεως και της υπερβολής, διακρίνει την αρετή από την κακία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες