Τὸ γάρ τοι μὴ χρῆναι πατέρας θυγατράσιν ἐφεῖναι δρᾷν τὰ εἰς αἰσχρότητα καὶ ἀσέλγειαν προεπιτάξας εὖ μάλα, δεῖν δὴ ἔτι καὶ μετὰ τοῦτό φησι τὰ εἰς θεογνωσίαν αὐταῖς ἀσάλευτα τηρεῖν, καὶ βεβήλοις εἰδωλολατρ[ε]ίαις οὐκ ἐᾷν ἐναλίσκεσθαι, κἂν εἰ πολλή τις αὐταῖς προκέοιτο περιουσία χρημάτων· ἀνδρὶ μὲν γὰρ ἀλλογενεῖ, πλουσίῳ δ᾽ οὖν ὅμως, νόμῳ τοῦ γάμου συνεζευγμένη, ἆρ᾽ οὐχὶ τοῦτό ἐστι τὸ, «Τί γὰρ ὠφεληθήσεται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ;» ΠΑΛΛ. Ὀρθῶς ἔφης. ΚΥΡ. Ἴδοι δ᾽ ἄν τις, καὶ μάλα ῥᾳδίως, οὐ βραχὺ τὸ μεσολαβοῦν, τοῖς τε ἐν Χριστῷ δεδικαιωμένοις, καὶ τοῖς διὰ νόμου παιδαγωγουμένοις. Τὸ μὲν γὰρ ὀθνείοις ἐπιπλέκεσθαί τισιν, ὁμόσε τε κατὰ ταὐτὸν τοῖς ἀλλογενέσιν ἰέναι, τοῖς ἀρχαιοτέροις οὐκ ἀζήμιον ἦν· ἡμῖν δὲ ὁ Παῦλος, πολιτεύεσθαι δεῖν ἄμεινόν τε καὶ εὐθαρσέστερον συμβουλεύει, λέγων· «Εἴ τις ἀνὴρ γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὕτη συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾽ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν· καὶ γυνὴ, ἤτις ἔχει ἄνδρα ἄπιστον, καὶ οὗτος συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾽ αὐτῆς, μὴ ἀφιέτω τὸν ἄνδρα. Ἡγίασται γὰρ ὁ ἀνὴρ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί· καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί.» Τίς οὖν ἄρα ἐστὶ τῆς ἔν γε τούτοις οἰκονομίας ὁ τρόπος; Ἐδεδίει δὲ ἀνθ᾽ ὅτου πάλαι μὲν ὁ νόμος τὴν πρὸς ἑτερόφρονας ἀναπλοκὴν, νυνὶ δὲ οὐκ ἔτι;
Μετάφραση
Διότι, αφού πρώτα όρισε πολύ καλά ότι δεν πρέπει οι πατέρες να επιτρέπουν στις κόρες τους να πράττουν έργα αισχρότητας και ασέλγειας, λέει στη συνέχεια ότι πρέπει ακόμη και μετά από αυτό να διατηρούν ακλόνητα τα όσα αφορούν τη θεογνωσία, και να μην επιτρέπουν να αιχμαλωτίζονται από βέβηλες ειδωλολατρίες, ακόμη κι αν τους προσφερόταν μεγάλη περιουσία χρημάτων. Διότι, εάν συζευχθεί με άνδρα αλλογενή, έστω και πλούσιο, σύμφωνα με τον νόμο του γάμου, δεν εφαρμόζεται εδώ το εξής: «Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει τον κόσμο όλο, αλλά ζημιωθεί την ψυχή του;» ΠΑΛΛΑΔΙΟΣ: Ορθά μίλησες. ΚΥΡΙΛΛΟΣ: Θα μπορούσε κανείς να δει, και μάλιστα πολύ εύκολα, ότι δεν είναι μικρή η διαφορά που μεσολαβεί μεταξύ εκείνων που έχουν δικαιωθεί εν Χριστώ και εκείνων που παιδαγωγούνται μέσω του νόμου. Διότι το να συνδέονται με ξένους και να συμπορεύονται με τους αλλογενείς δεν ήταν χωρίς συνέπειες για τους παλαιότερους. Σε εμάς όμως ο Παύλος συμβουλεύει να πολιτευόμαστε καλύτερα και πιο θαρραλέα, λέγοντας: «Αν κάποιος άνδρας έχει άπιστη γυναίκα, και αυτή συγκατατίθεται να κατοικεί μαζί του, να μην την εγκαταλείπει· και η γυναίκα, η οποία έχει άπιστο άνδρα, και αυτός συγκατατίθεται να κατοικεί μαζί της, να μην εγκαταλείπει τον άνδρα της. Διότι έχει αγιαστεί ο άπιστος άνδρας μέσω της γυναίκας, και έχει αγιαστεί η άπιστη γυναίκα μέσω του άνδρα». Ποιος είναι λοιπόν ο τρόπος της οικονομίας σε αυτά; Και για ποιον λόγο παλιά μεν ο νόμος φοβόταν τη συναναστροφή με τους ετερόφρονες, ενώ τώρα πια όχι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες