ἀθανάσιος: Οἶδε τὸ σύμφερον· καὶ τότε μὲν ἀπῄτει τὴν σκιάν· νῦν δὲ τὴν ἀλήθειαν· καὶ γὰρ οὐ τοῦτο ἦν ὃ προηγουμένως ἀπῄτει· ὥστε περιτέμνεσθαι 〈carnem praeputii; sed uolens inde significare〉 τὴν ἀλήθειαν· ἀμέλει αἰτιᾷ αὐτοὺς λέγων· πάντα τὰ ἔθνη ἀπερίτμητα σαρκί. ὁ δὲ λαὸς οὗτος, τῇ καρδίᾳ· ὅτι δὲ οὐδένα δικαιοῖ ἡ περιτομή, ἐντεῦθεν ἐστὶ 〈δῆλον, ὅτι Ἀβραὰμ ἀπερίτμητος εὐηρέστησε τῷ θεῷ πρῶ〉τον γὰρ αὐτῷ ὤφθη· καὶ τότε αὐτῷ τὴν ἐντολὴν τῆς περιτομῆς δίδωσι· καὶ οἱ ἐν τῇ ἐρήμῳ δὲ γεννηθέντες ἐν τοῖς τεσσαράκοντα ἔτεσιν, ἀπερίτμητοι ἦσαν: ζακχαίος εἶπεν: Οὐκ ἔχεις δεῖξαι: ἀθανάσιος: Οἶδα ὅτι ὅτε ἔμελλεν εἰσελθεῖν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, τότε κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ θεοῦ, λαβὼν ἰησοῦς ὁ τοῦ ναυῆ λίθους πετρίνους, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς λίθοις, περιτέμνει τὸν λαόν: ζακχαίος: Εἰ τοίνυν οἶδας ὅτι μέλει τῷ θεῷ τῆς περιτομῆς χάριν, πῶς σὺ λέγεις, ἡ περιτομὴ οὐδέν ἐστιν;
Μετάφραση
Αθανάσιος: Γνωρίζει το συμφέρον· και τότε μεν απαιτούσε τη σκιά, τώρα όμως την αλήθεια· διότι δεν ήταν αυτό που προηγουμένως απαιτούσε, δηλαδή να περιτέμνεται <η σάρκα της ακροβυστίας, αλλά επιθυμώντας να υποδηλώσει μέσα από αυτό> την αλήθεια. Εξάλλου τους κατηγορεί λέγοντας: «όλα τα έθνη είναι απερίτμητα κατά τη σάρκα, ο λαός όμως αυτός κατά την καρδιά». Και ότι η περιτομή δεν δικαιώνει κανέναν, είναι από τούτο <φανερό, ότι ο Αβραάμ όντας απερίτμητος ευαρέστησε τον Θεό· διότι πρώ>τα του εμφανίστηκε, και τότε του έδωσε την εντολή της περιτομής· και εκείνοι που γεννήθηκαν στην έρημο κατά τα σαράντα έτη, ήταν απερίτμητοι. Ζακχαίος είπε: Δεν μπορείς να το αποδείξεις. Αθανάσιος: Γνωρίζω ότι, όταν επρόκειτο να εισέλθει στη γη της επαγγελίας, τότε κατ' εντολήν του Θεού, ο Ιησούς του Ναυή πήρε πέτρινους λίθους, και με αυτούς τους λίθους περιέτεμε τον λαό. Ζακχαίος: Εάν λοιπόν γνωρίζεις ότι ο Θεός ενδιαφέρεται για την περιτομή, πώς εσύ λες ότι η περιτομή δεν είναι τίποτα;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες