Ἀλλ᾽ ὥσπερ οἱ ναῦται καὶ οἱ κυβερνῆται, ὅταν ἴδωσιν ὑπὸ ἐναντίων ἀνέμων ἀρχομένην ταράττεσθαι θάλασσαν, ταχέως καὶ ἀνυπερθέτως ἐπὶ τοὺς λιμένας μεταίρουσι καὶ τὸν κίνδυνον ἐκφεύγουσιν, ἔξω δὲ ἀπομείναντες κινδυνεύουσιν, οὕτως αὐτός, τὰ ὀστᾶ τῶν λογισμῶν ὑπὸ τῶν ἀνέμων τῆς φιληδονίας ταραττόμενος, ταχέως ἐπὶ τὸν λιμένα τῆς ἐκκλησίας δράμε, ἵνα ἀκούσῃς περὶ σωφροσύνης καὶ ἁγνείας ἀπὸ τῶν γραφῶν καὶ τῶν διδασκάλων ὅτι 〈πόρνους καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ θεός,〉 ὅτι 〈τίμιος ὁ γάμος,〉 ὅτι λέγει τοῖς ἀγάμοις καὶ ταῖς χήραις ὁ ἀπόστολος· 〈Καλὸν αὐτοῖς ἐστιν ἐὰν μείνωσιν ὡς κἀγώ, ὅτι ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι,〉 ὅτι 〈εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.〉 Καὶ πρὸ τῆς πορνείας, τὰ τῆς πορνείας σπέρματα, τὰ τῆς ἐπιθυμίας τῷ θεῷ ἐξαγορεύσας εἰπέ· 〈Ἐλέησόν με, κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι,〉 ἀσθένειαν φύσεως περικείμενος. 〈Ἴασαί με, κύριε, ὅτι ἐταράχθη τὰ ὀστᾶ μου,〉 τὰ τῆς ψυχῆς ἐνθύμια, εἰς ἀσέλγειαν καὶ ἁμαρτίαν με αἰχμαλωτίζοντα· 〈Ὅτι ἐνθύμιον ἀνθρώπου ἐξομολογήσεταί σοι.〉 Ὅτι δὲ περὶ τῶν ὀστέων οὐ λέγει τοῦ σώματος, δηλοῖ τὰ ἑξῆς.
Μετάφραση
Αλλ' όπως ακριβώς οι ναύτες και οι κυβερνήτες, όταν δουν τη θάλασσα να αρχίζει να ταράζεται από αντίθετους ανέμους, γρήγορα και χωρίς αναβολή κατευθύνονται προς τα λιμάνια και αποφεύγουν τον κίνδυνο, ενώ αν παραμείνουν έξω κινδυνεύουν, έτσι κι εσύ, όταν τα οστά των λογισμών σου ταράζονται από τους ανέμους της φιληδονίας, τρέξε γρήγορα στο λιμάνι της εκκλησίας, για να ακούσεις περί σωφροσύνης και αγνείας από τις Γραφές και τους δασκάλους ότι «πόρνους και μοιχούς θα κρίνει ο Θεός», ότι «είναι τίμιος ο γάμος», ότι λέει στους αγάμους και στις χήρες ο απόστολος: «Καλό είναι γι' αυτούς αν μείνουν όπως κι εγώ, διότι θα οδηγηθούν στον Βασιλιά ως παρθένες», ότι «υπάρχουν ευνούχοι οι οποίοι ευνούχισαν τους εαυτούς τους για τη βασιλεία των ουρανών». Και πριν από την πορνεία, αφού εξομολογηθείς στον Θεό τα σπέρματα της πορνείας, δηλαδή της επιθυμίας, πες: «Ελέησόν με, Κύριε, διότι είμαι ασθενής», καθώς φέρεις πάνω σου την ασθένεια της φύσεως. «Γιάτρεψέ με, Κύριε, διότι ταράχθηκαν τα οστά μου», δηλαδή οι λογισμοί της ψυχής, που με αιχμαλωτίζουν στην ασέλγεια και την αμαρτία· «διότι ο λογισμός του ανθρώπου θα εξομολογηθεί σε σένα». Το ότι δε δεν μιλάει για τα οστά του σώματος, το φανερώνουν τα όσα ακολουθούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες