ἔχομεν γὰρ διδάσκαλον τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ ἔδωκεν ἡμῖν ὁ κύριος μετὰ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν «ἵνα εἰδῶμεν τὰ ὑπὸ τοῦ θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν», ἐν ᾧ «καὶ λαλοῦμεν, οὐκ ἐν διδακτοῖς ἀνθρωπίνης σοφίας λόγοις, ἀλλ᾽ ἐν διδακτοῖς τοῦ πνεύματος, πνευματικοῖς πνευματικὰ συγκρίνοντες», ἐν ᾧ λατρεύομεν καὶ προσκυνοῦμεν, δι᾽ ὃ ἀτιμαζόμεθα, ἐν ᾧ προφῆται προεφήτευσαν, ἐν ᾧ δίκαιοι ὡδηγήθησαν, δι᾽ οὗ προσαγόμεθα τῷ υἱῷ. ἀλλὰ τί πολυπραγμονοῦμεν τὰ τῆς φύσεως; μὴ γὰρ «ὡς σαρκικοῖς, ἀλλ᾽ οὐχ ὡς πνευματικοῖς» διαλεγόμεθα; ἐπ᾽ ἄλλων γὰρ εἴρηται ὅτι «οὐ δυνάμεθα ὑμῖν λαλῆσαι ὡς πνευματικοῖς, ἀλλ᾽ ὡς σαρκικοῖς». δέος γάρ ἐστι μή πως ἐκ τῆς τῶν ἀκαταλήπτων φιλονεικίας καὶ τῆς τῶν ἀνεφίκτων ζητήσεως εἰς βυθὸν ἀσεβείας ἐμπέσωμεν· «καὶ εἶπα, σοφισθήσομαι, καὶ αὐτὴ ἐμακρύνθη ἀπ᾽ ἐμοῦ ὑπὲρ ὃ ἦν, καὶ βαθὺ βάθος, τίς εὑρήσει αὐτήν;» μνημονεύσωμεν γὰρ τοῦ εἰπόντος, «ἐκ μέρους γινώσκομεν καὶ ἐκ μέρους προφητεύομεν, ὅταν δὲ ἔλθῃ τὸ τέλειον, τότε τὸ ἐκ μέρους καταργηθήσεται». «εἴ τις δοκεῖ γινώσκειν, οὔπω ἔγνω καθὼς δεῖ γνῶναι». καὶ διὰ τοῦτο δέος ἐστὶ μή πως βιαζόμενοι λέγειν περὶ ὧν οὐ δυνάμεθα λέγειν, μηκέτι συγχωρηθῶμεν μηδὲ περὶ ὧν δυνάμεθα. ἐκ πίστεως γὰρ δεῖ λαλεῖν, οὐκ ἐκ τῶν λαλουμένων πιστεύειν. «ἐπίστευσα, γάρ φησι, διὸ ἐλάλησα».
Μετάφραση
Διότι έχουμε δάσκαλο το Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο μας έδωσε ο Κύριος μετά την ανάληψη στους ουρανούς, «για να γνωρίσουμε αυτά που μας χαρίστηκαν από τον Θεό», διά του οποίου «και μιλάμε, όχι με λόγια που διδάσκει η ανθρώπινη σοφία, αλλά με λόγια που διδάσκει το Πνεύμα, ερμηνεύοντας τα πνευματικά με πνευματικό τρόπο», εν τω οποίω λατρεύουμε και προσκυνούμε, για το οποίο ατιμαζόμαστε, εν τω οποίω προφήτευσαν οι προφήτες, καθοδηγήθηκαν οι δίκαιοι, και διά του οποίου προσαγόμαστε στον Υιό. Αλλά γιατί περιεργαζόμαστε τα της φύσεως; Μήπως συζητάμε «ως σαρκικοί, και όχι ως πνευματικοί»; Διότι για άλλους έχει λεχθεί ότι «δεν μπορούμε να σας μιλήσουμε ως σε πνευματικούς, αλλά ως σε σαρκικούς». Διότι υπάρχει φόβος μήπως από τη φιλονικία για τα ακατάληπτα και την αναζήτηση των ανέφικτων καταπέσουμε στον βυθό της ασέβειας· «και είπα, θα γίνω σοφός, αλλά αυτή (η σοφία) απομακρύνθηκε από εμένα περισσότερο από ό,τι ήταν, και έγινε βαθύ βάθος, ποιος θα την ανακαλύψει;» Ας θυμηθούμε εκείνον που είπε: «εν μέρει γνωρίζουμε και εν μέρει προφητεύουμε, όταν όμως έλθει το τέλειο, τότε το εν μέρει θα καταργηθεί». «Αν κάποιος νομίζει ότι γνωρίζει κάτι, δεν έχει γνωρίσει ακόμη όπως πρέπει να γνωρίσει». Και γι' αυτό υπάρχει φόβος μήπως, εκβιάζοντας τα πράγματα για να μιλήσουμε για όσα δεν μπορούμε να μιλήσουμε, δεν μας επιτραπεί πλέον να μιλάμε ούτε για όσα μπορούμε. Διότι πρέπει να μιλάμε εκ πίστεως, όχι να πιστεύουμε από τα όσα λέγονται. «Πίστεψα», λέει, «γι' αυτό και μίλησα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες