ἐὰν “οὖν ἡ πόλις αὕτη οἰκοδομηθῇ καὶ τὰ τείχη συντελεσθῇ, ”φορολογίαν οὐ μὴ ὑπομείνωσι δοῦναι, ἀλλὰ καὶ βασι- “λεῦσιν ἀντιστήσονται, καὶ ἐπεὶ ἐνεργεῖται τὰ κατὰ τὸν ”ναὸν, καλῶς ἔχειν ὑπολαμβάνομεν μὴ ὑπεριδεῖν τὸ τοι- “οῦτον.” οὐκοῦν ἐπειδήπερ ἑαλωκότι μὲν τῷ Ἰσραὴλ καὶ παθόντι τὴν αἰχμαλωσίαν ἐπετώθαζον οὐ μετρίως, ἀνασεσωσμένῳ δὲ μόλις καὶ δεσμῶν ἀνειμένῳ πάλιν οὐδὲν ἧττον ἐπέθρωσκον, μυρίοις τε ὅσοις αὐτὸν ἐνίεσαν πόνοις, πολυτρόπως ἐπιβουλεύοντες, καὶ οὔτε τὸν θεῖον ἐγεῖραι ἐῶντες ναὸν, οὔτε μὴν τὴν ἁγίαν τειχίζειν πόλιν, παρωξύνετο Θεὸς ἐπ᾽ αὐτοῖς ἀναγκαίως, καὶ παραδέδωκεν αὐτοὺς εἰς χεῖρας Ἰσραήλ. πεπαυμένων γὰρ τῶν ἔργων, ἐγηγερμένου τε τοῦ ναοῦ, πάσας αὐτῶν τὰς πόλεις καταδῃώσαντες εἵλοντο ὑπὸ χεῖρα τοὺς ἐν αὐταῖς, καὶ χρημάτων γεγόνασιν ἀναριθμήτων δεσπόται.
Μετάφραση
«Εάν, λοιπόν, αυτή η πόλη ανοικοδομηθεί και τα τείχη ολοκληρωθούν, δεν πρόκειται να ανεχθούν να πληρώσουν φόρους, αλλά θα αντισταθούν και στους βασιλείς, και επειδή προχωρούν τα έργα του ναού, θεωρούμε σωστό να μην παραβλέψουμε κάτι τέτοιο.» Επομένως, επειδή, όταν ο Ισραήλ είχε κατακτηθεί και υπέφερε την αιχμαλωσία, τον χλεύαζαν υπερβολικά, και όταν μόλις είχε διασωθεί και ελευθερωθεί από τα δεσμά του επιτίθονταν πάλι το ίδιο σφοδρά, και τον υπέβαλαν σε αμέτρητους κόπους, επιβουλευόμενοι αυτόν με πολλούς τρόπους, μη επιτρέποντάς του ούτε τον θείο ναό να ανεγείρει ούτε την άγια πόλη να τειχίσει, οργίστηκε αναπόφευκτα ο Θεός εναντίον τους και τους παρέδωσε στα χέρια του Ισραήλ. Διότι, αφού ολοκληρώθηκαν τα έργα και ανεγέρθηκε ο ναός, λεηλάτησαν όλες τις πόλεις τους, υπέταξαν όσους βρίσκονταν σε αυτές, και έγιναν κύριοι αναρίθμητων χρημάτων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες