Τίς, τοῦτον οὐκ ἔχων ἐνοικοῦντα τὸν λόγον τῷ βάθει τῆς καρδίας, δυνήσεται, τοὺς ἀφανεῖς δόλους τῆς καθ᾽ ἡμῶν ὑποκρίσεως τῶν δαιμόνων ὑπαλύξας, στῆναι καθ᾽ ἑαυτὸν μονώτατος, χωρίς τινος ἐπιμιξίας, καὶ οἰκοδομῆσαι τοῦ κυρίου τὸν ναὸν κατὰ τὸν μέγαν Ζοροβάβελ καὶ τὸν Ἰησοῦν καὶ τοὺς ἡγουμένους τῶν πατριῶν, φάσκοντας διαρρήδην μεγάλῃ τῇ φωνῇ τοῖς ἀπαταιῶσι πνεύμασι τῆς ὑπερηφανίας καὶ τῆς κενοδοξίας καὶ τῆς ἀνθρωπαρεσκείας καὶ τῆς ὑποκρίσεως· Οὐχ ἡμῖν καὶ ὑμῖν τοῦ οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον κυρίῳ τῷ θεῷ ἡμῶν· ἡμεῖς γὰρ μόνοι οἰκοδομήσομεν τῷ κυρίῳ τοῦ Ἰσραήλ, γινώσκων ὡς ἡ τούτων ἐπιμιξία τῆς ὅλης οἰκοδομῆς ποιεῖται φθορὰν καὶ καθαίρεσιν, καὶ συλᾷ τῆς τῶν θείων ἀναθημάτων εὐπρεπείας τὴν χάριν; Οὐδεὶς γὰρ δύναται, τινὰ τῶν εἰρημένων δαιμόνων ἔχων τὴν ἀρετὴν συμμετερχόμενον, ταύτην τῷ κυρίῳ οἰκοδομῆσαι· οὐ γὰρ ἔχει τὸν θεὸν τῶν γινομένων τέλος, ὃν θεώμενος ταύτην διέξεισιν, ἀλλὰ τὸ πάθος, ὅπερ διὰ ταύτης συνίστησι. Οὐ φθονοῦντες οὖν οἱ ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας οὐ κατεδέξαντο τοὺς Βαβυλωνίους καὶ τοὺς Χουθαίους καὶ τοὺς Αἱμαθαίους καὶ τοὺς Εὐαίους συνοικοδομοῦντας αὐτοῖς τὸν τοῦ κυρίου ναόν, ἀλλ᾽ ἐπεγνωκότες τοὺς φιλικοὺς δόλους τῆς τῶν δαιμόνων κακουργίας, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ λεληθότως αὐτοῖς βουλομένης κατεργάσασθαι τῆς ἁμαρτίας τὸν θάνατον.
Μετάφραση
Ποιος, μη έχοντας αυτόν τον λόγο να ενοικεί στο βάθος της καρδιάς του, θα μπορέσει, αποφεύγοντας τους αφανείς δόλους της δαιμονικής υποκρισίας εναντίον μας, να σταθεί εντελώς μόνος του, χωρίς καμία επιμιξία, και να οικοδομήσει τον ναό του Κυρίου κατά το παράδειγμα του μεγάλου Ζοροβάβελ, του Ιησού και των αρχηγών των πατριών, οι οποίοι έλεγαν ρητά και με δυνατή φωνή στα απατηλά πνεύματα της υπερηφάνειας, της κενοδοξίας, της ανθρωπαρέσκειας και της υποκρισίας: «Δεν είναι δικό μας και δικό σας το έργο να οικοδομήσουμε τον οίκο του Κυρίου του Θεού μας· διότι εμείς μόνοι μας θα τον οικοδομήσουμε για τον Κύριο του Ισραήλ», γνωρίζοντας ότι η δική τους ανάμειξη προκαλεί φθορά και καθαίρεση σε όλη την οικοδομή, και συλά τη χάρη της ευπρέπειας των θείων αναθημάτων; Διότι κανένας δεν μπορεί να οικοδομήσει την αρετή για τον Κύριο, εάν έχει ως συμμέτοχό του σε αυτήν κάποιον από τους προαναφερθέντες δαίμονες. Επειδή δεν έχει τον Θεό ως τελικό σκοπό των πράξεών του, ώστε ατενίζοντας Αυτόν να την ασκεί, αλλά το πάθος, το οποίο συγκροτεί μέσω αυτής. Επομένως, δεν ήταν από φθόνο που όσοι επέστρεψαν από την αιχμαλωσία δεν δέχτηκαν τους Βαβυλώνιους, τους Χουθαίους, τους Αιμαθαίους και τους Ευαίους να οικοδομήσουν μαζί τους τον ναό του Κυρίου, αλλά επειδή είχαν αντιληφθεί τους δήθεν φιλικούς δόλους της δαιμονικής κακουργίας, η οποία ήθελε ανεπαίσθητα, μέσω του καλού, να κατεργαστεί σε αυτούς τον θάνατο της αμαρτίας.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες