Τί δὲ πάλιν εὐεργετεῖται ὁ βλέπων, σκοτίας περιεχούσης τὸ πᾶν. Ἐπεὶ οὖν ὁ 〈θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν,〉 ἀλλὰ φῶς ἐστιν ἀληθινόν, ἄδυτον, ἀκοίμητον, ἄσβεστον, ὁ δὲ προφήτης κακῶς ἐμβλέψας τῇ γυναικὶ ἐκαπνίσθη τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ ἐρρευματίσθη τῇ ἀνομίᾳ καὶ ἐτυφλώθη τὴν προφητείαν, οὐ τὸν ἔξω, ἀλλὰ τὸν ἔσω ὀφθαλμὸν ἀποβαλών, διὰ ταῦτα τὸν θεὸν ὡς ἰατρὸν ἀξιοῖ· 〈Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον.〉 Ὥσπερ ὁ νυστάζων πρῶτον καμμύει μικρὸν καὶ ἀναβλέπει καὶ τοῦτο ποιῶν ὑπνοῖ, συνταττόμενος τῷ φωτὶ καὶ σκότος αὐτοσχέδιον ὑφαίνων ἑαυτῷ, οὕτως ὁ μέλλων ἁμαρτάνειν μικρὸν καμμύει μὴ βλέπων τὸ κρῖμα τοῦ θεοῦ, καὶ μικρὸν ἀναβλέπει 〈βλέπων〉 τὴν αἰσχύνην.
Μετάφραση
Πάλι, τι ωφελείται αυτός που βλέπει, όταν το σκοτάδι περιβάλλει τα πάντα; Επειδή λοιπόν ο Θεός είναι φως και σκοτάδι σε αυτόν δεν υπάρχει, αλλά είναι φως αληθινό, άδυτο, ακοίμητο, άσβεστο, ενώ ο προφήτης, έχοντας κοιτάξει με κακό τρόπο τη γυναίκα, θολώθηκε από την επιθυμία σαν από καπνό, προσβλήθηκε από την ανομία και τυφλώθηκε ως προς την προφητεία, χάνοντας όχι τον εξωτερικό, αλλά τον εσωτερικό του οφθαλμό, γι' αυτό παρακαλεί τον Θεό ως ιατρό: «Φώτισε τα μάτια μου, μήπως και κοιμηθώ τον ύπνο του θανάτου». Όπως αυτός που νυστάζει αρχικά κλείνει λίγο τα μάτια του και τα ξανανοίγει, και κάνοντάς το αυτό αποκοιμιέται, αποχαιρετώντας το φως και υφαίνοντας για τον εαυτό του ένα πρόχειρο σκοτάδι, έτσι και αυτός που πρόκειται να αμαρτήσει κλείνει λίγο τα μάτια, μη βλέποντας την κρίση του Θεού, και τα ξανανοίγει λίγο, βλέποντας την ντροπή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες