Προσεφώνει δέ τισι· «Γράφω ὑμῖν, πατέρες, ὅτι ἐγνώκατε τὸν ἀπ᾽ ἀρχῆς.» Καὶ τίς δὴ οὗτός ἐστιν, αὐτὸς ἔφη πάλιν· «Τάδε λέγει ὁ ὤν, ὁ ἦν, ὁ ἐρχόμενος.» Β. Ἀλλ᾽ ὅτι μὲν ἦν καὶ πρὸ τῆς κτίσεως καὶ αὐτοὶ φαῖεν ἄν· τὸ δὲ ὅτι καὶ Θεὸς ἦν, οὔπω σαφῶς διέγνωσται, φασί. Δέχεται γάρ, ὡς οὐκ ἔχων δηλονότι. Α. Εἶτα πῶς οὐκ ἐπὶ καιροῦ τοῖς τὸν ἀπόπτυστον τουτονὶ προεμένους λόγον εἰκότως ἐπιστυγνάζοντες καὶ ἡμεῖς ἐροῦμεν· «Οἱ κωφοί, ἀκούσατε, καὶ οἱ τυφλοί, ἀναβλέψατε ἰδεῖν.» Οὐ γὰρ ὅτι ἦν ἁπλῶς, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος ἀναγράφοντος ἐναργῶς τοῦ θεηγόρου καὶ εὐαγγελιστοῦ, καθάπερ ἐξ οἴνου καὶ μέθης πρὸς πᾶν ὁτιοῦν ἰόντες ἀκατασκέπτως, κατειρωνεύονται τὴν ἀλήθειαν. Φέρε δὴ οὖν καὶ δι᾽ ἑτέρων ἐλάσαντες ἐννοιῶν, ὅτι Θεὸς κατὰ φύσιν ἐστὶν ἐπιγινώσκωμεν τὸν Υἱόν. Ἦ γὰρ οὐχὶ πρέποι ἂν τῷ γε ὄντι κατὰ φύσιν Θεῷ τὰ ἐφ᾽ ἑκάστῳ ψηφηφορεῖν, καὶ στεφανοῦν μὲν ἐπαίνοις τοὺς νόμον ἔχοντας τοῦ βίου τὸν ὁριστὴν καὶ τὴν εὐκλεᾶ καὶ περίοπτον ἐκτετιμηκότας ζωήν, κολάζειν δὲ τοὺς ἡμαρτηκότας ὡς ἀλαζόνας καὶ ὑβριστὰς καὶ θεσμοῖς τοῖς ἄνωθεν ἐμπαροινοῦντας εὐκόλως; Β. Πρέποι ἄν. Α. Τί δὲ δὴ τὸ πληροῦν τὰ πάντα δύνασθαι καὶ διὰ πάντων μὲν ἥκειν, εἶναι δὲ καὶ ἐν πᾶσι δοίης ἂν ἑτέρᾳ φύσει παρὰ τὴν θείαν; Β. Οὐκ ἔγωγε· πῶς γάρ; Α.
Μετάφραση
Απευθύνεται δε σε κάποιους: «Σας γράφω, πατέρες, διότι έχετε γνωρίσει αυτόν που υπάρχει από την αρχή.» Και ποιος είναι άραγε αυτός, ο ίδιος πάλι είπε: «Αυτά λέγει ο ων, ο ην και ο ερχόμενος.» Β. Αλλά ότι υπήρχε και πριν από την κτίση θα το έλεγαν και οι ίδιοι· το ότι όμως ήταν και Θεός, δεν έχει διαπιστωθεί ακόμη με σαφήνεια, λένε. Διότι το λαμβάνει, επειδή προφανώς δεν το έχει. Α. Έπειτα, πώς να μην πούμε κι εμείς τώρα εύλογα, εκφράζοντας τη λύπη μας σε αυτούς που προβάλλουν αυτόν τον αξιοκατάκριτο λόγο: «Οι κουφοί, ακούστε, και οι τυφλοί, αναβλέψτε για να δείτε.» Διότι, ενώ ο θεηγόρος και ευαγγελιστής καταγράφει με σαφήνεια όχι απλώς ότι υπήρχε, αλλά ότι ο Λόγος ήταν και Θεός, αυτοί, σαν από κρασί και μέθη ορμώντας απερίσκεπτα προς οτιδήποτε, ειρωνεύονται την αλήθεια. Εμπρός λοιπόν, ας προχωρήσουμε και μέσα από άλλες έννοιες, για να αναγνωρίσουμε ότι ο Υιός είναι Θεός κατά φύση. Διότι δεν θα ταίριαζε άραγε σε αυτόν που είναι πραγματικά Θεός κατά φύση το να κρίνει τον καθένα, και αφενός να στεφανώνει με επαίνους αυτούς που έχουν ως κανόνα του βίου τους τον Νομοθέτη και έχουν τιμήσει την ένδοξη και περιφανή ζωή, αφετέρου δε να τιμωρεί όσους αμάρτησαν ως αλαζόνες και υβριστές και που εύκολα συμπεριφέρονται προσβλητικά στους άνωθεν θεσμούς; Β. Θα του ταίριαζε. Α. Και τι θα έλεγες για τη δυνατότητα να πληροί τα πάντα, να διαπερνά τα πάντα, και να βρίσκεται μέσα στα πάντα; Θα την απέδιδες σε κάποια άλλη φύση πέρα από τη θεία; Β. Εγώ όχι βέβαια· πώς θα μπορούσα άλλωστε; Α.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες